Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΣΟΒΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ

By satyrikon

Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΣΟΒΟΥ

ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ

ΑΘΗΝΑ 2004

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΣΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ)

       Το Κοσσυφοπέδιο βρίσκεται στο νότιο τμήμα της Σερβίας, στα σύνορα δηλαδή με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, την Αλβανία και τη Βουλγαρία. Αποτελούσε για χρόνια και αποτελεί μήλο της έριδος μεταξύ Αλβανών και Σέρβων. ιστορικά ανήκει στην Σερβία. Η περιοχή, γνωστή και ως Παλαιά Σερβία πήρε το σημερινό της όνομα από την επική μάχη στην ομώνυμη πεδιάδα, το 1389, όταν τα οθωμανικά στρατεύματα κατέσφαξαν τα σερβικά στρατεύματα με αποτέλεσμα να επέλθει η λήξη της στην μεσαιωνική αυτοκρατορία του χαρισματικού ηγεμόνα Στέφανου Δουσάν. Τη σερβική παρουσία και κινητικότητα στην περιοχή καθώς και την ύπαρξη ιστορικών ριζών την καταμαρτυρούν τα εκατοντάδες μεσαιωνικά μνημεία εκείνης της περιόδου και η ευαισθησία του σερβικού λαού από αυτήν ακριβώς την ιστορική παράδοση που άντεξε στο πέρασμα του χρόνου και φτάνει μέχρι τις μέρες μας.

     Το Κοσσυφοπέδιο αποτελεί όμως και σημαντικό μέρος της ιστορίας του αλβανικού έθνους. Όταν η περιοχή αυτή και γενικότερα η περιοχή των Βαλκανίων κατελήφθη από τους Οθωμανούς, χιλιάδες Αλβανοί έποικοι πλημμύρισαν τις νοτιοδυτικές περιοχές της σημερινής Νέας Γιουγκοσλαβίας. Αυτό συνέβη διότι οι Τούρκοι επιθυμούσαν την εγκατάσταση ισχυρών μουσουλμανικών πληθυσμών ικανών να διαταράξουν την συνοχή των χριστιανικών πληθυσμών των Βαλκανίων. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου το 1878 οι επικεφαλής των αλβανικών κοινοτήτων συγκεντρώθηκαν στην πόλη Πρίζνα σε μια προσπάθεια δημιουργίας οργάνων προστασίας των δικαιωμάτων του αλβανικού έθνους.

     Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έγιναν διαπραγματεύσεις μεταξύ των ηγετών της Γιουγκοσλαβίας και της Αλβανίας, του στρατάρχη Τίτο και του Ενβέρ Χότζα όπου εξετάζονταν οι λύσεις για την τύχη της περιοχής μετά το τέλος του πολέμου. Ο Τίτο δελέαζε την Αλβανία ότι θα της παραχωρούσε την περιοχή αρκεί να υπήρχε στήριξη στο κομμουνιστικό μοντέλο που σχεδίαζε. Βέβαια εξετάστηκαν και άλλα ενδεχόμενα, όπως ο διαμελισμός του Κοσσυφοπεδίου και την ενσωμάτωση των περιοχών στη Σερβία, το Μαυροβούνιο και την επονομαζόμενη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Τελικά προτιμήθηκε η λύση της περιορισμένης αυτονομίας υπό τον άμεσο διοικητικό έλεγχο της Σερβίας (που κατοχυρώθηκε με το σύνταγμα του 1946), παράλληλα με τη «δορυφοροποίηση» της Αλβανίας στο γιουγκοσλαβικό μοντέλο. Αρχικά υπήρχε μια αστυνόμευση και κάποια μέτρα καταστολής ενάντια στους αλβανικούς πληθυσμούς, τα οποία χαλάρωσαν από το 1966 και μετά οπότε το Κοσσυφοπέδιο έγινε αποδέκτης σημαντικών προνομίων οικονομικής φύσεως. Η προνομιακή μεταχείριση έφτασε στο αποκορύφωμά της στις αρχές της δεκαετίας του 1970, την εποχή των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων του Τίτο που οδήγησαν στο αποκεντρωτικό σύνταγμα του 1974. Οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν ωφέλησαν πολύ τους Αλβανούς, καθώς αφορούσαν την παιδεία, τον πολιτισμό και την εθνική τους ταυτότητα και είχαν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας αμιγούς και μορφωμένης αλβανικής αστικής τάξης. Ο κίνδυνος προς μια πλήρη αλβανοποίηση της περιοχής άργησε να γίνει αντιληπτός από το Βελιγράδι. Η ξαφνική και παράλληλα ανεξέλεγκτη αφύπνιση του εθνικού αισθήματος των Αλβανών δημιούργησε άμεσο κίνδυνο να περάσει η επαρχία αυτή στον απευθείας έλεγχο των Τιράνων, με περαιτέρω επακόλουθα ακόμη και την απόσχισή της από την γιουγκοσλαβική ομοσπονδία.

     Έγιναν προσπάθειες από τον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς από το 1988 και μετά οπότε και ανέλαβε την εξουσία της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας να «διορθωθούν» οι ατέλειες του τιτοϊκού συντάγματος του 1974 ώστε Αλβανοί και Σέρβοι να μπορέσουν να ζήσουν ειρηνικά. Σύμφωνα με τους Σέρβους οι μεταρρυθμίσεις του Μιλόσεβιτς δεν είχαν σκοπό να πλήξουν τα κεκτημένα πολιτιστικά, διοικητικά, κοινωνικά και εθνικά δικαιώματα των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου. Οι προσπάθειες του βέβαια κατευθύνονταν και προς την αποδυνάμωση των αποσχιστικών τάσεων της επαρχίας του Κοσσόβου. Αυτό όμως οδήγησε σε ένοπλο ξεσηκωμό τους αλβανόφωνους της περιοχής, των οποίων ο εθνικισμός για πρώτη φορά έλαβε και θρησκευτικό χαρακτήρα που ανησύχησε ακόμη και τις δυο Δημοκρατίες του γιουγκοσλαβικού βορρά (Σλοβενία και Κροατία) που αναγκάστηκαν να αποδεχτούν τις «διορθωτικές» τροποποιήσεις του Μιλόσεβιτς στο καθεστώς της αυτόνομης επαρχίας. Θέλοντας να εξετάσουμε την κρίση του Κοσσόβου στη συνέχεια παραθέτουμε μια σύντομη αναδρομή της.

     Το Κοσσυφοπέδιο όπως ήδη ειπώθηκε, βρίσκεται εντός των ορίων της Γιουγκοσλαβίας. Είναι μια περιοχή που περιλαμβάνει Σέρβους, Αλβανούς αλλά και άλλες μειονότητες μικρότερης πληθυσμιακής δυνατότητας. Στην περιοχή αυτή υπάρχει μεγάλη παρουσία των Αλβανών, οι οποίοι πολλές φορές έχουν εκφράσει την πρόθεση να ενωθούν με την Αλβανία όπως και οι Αλβανοί των άλλων βαλκανικών περιοχών, π.χ. της Ελλάδας και να δημιουργήσουν τη Μεγάλη Αλβανία. Στην προσπάθειά τους αυτή οι Αλβανόφωνοι του Κοσσυφοπεδίου προχώρησαν σε εξεγέρσεις κατά καιρούς που ζητούσαν ανεξαρτησία.

     Το πρόβλημα του Κοσσυφοπεδίου δεν γίνεται να εξεταστεί από μια μόνο οπτική γωνία. Στοιχεία που προκαλούν την σύγκρουση είναι η εθνική του σύνθεση, ένα πραγματικά ιδιότυπο χαρακτηριστικό, υπάρχει ο ρόλος της θρησκείας που έχει σημαντικό αντίκτυπο στη δομή της κοινωνικής πλειοψηφίας, και φυσικά η οικονομική υπανάπτυξη της περιοχής σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές και η ανάγκη της ομοσπονδιακής ενίσχυσης, και τελικά η αλληλεπίδραση μεταξύ αυτής της κάποτε αυτόνομης περιοχής και του ομοσπονδιακού κράτους.    

     Τον χειμώνα του 1988-1989 έγινε εξέγερση στο Κοσσυφοπέδιο. Διαδηλώσεις, απεργίες, συγκρούσεις με την σερβική διοίκηση κατέληξαν σε περισσότερα από 135 θύματα. Το Κοσσυφοπέδιο με πληθυσμό 2 εκατ. κατοίκους από τους οποίους το 13.2% είναι Σέρβοι, έγινε πεδίο διεκδίκησης των αιτημάτων των αλβανοφώνων. Οι συγκρούσεις αυτές έχουν σαν αποτέλεσμα την άρση της αυτονομίας της περιοχής και τον έλεγχο από τις Σερβικές αρχές που ανέλαβαν τον πλήρη διοικητικό έλεγχο του Κοσσόβου.

     Τον Σεπτέμβριο του 1991 οι Κοσσοβάροι διενεργούν δημοψήφισμα και κηρύσσουν την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου2. Το Βελιγράδι ανακοίνωσε ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν επηρεάζει το νομικό καθεστώς σε αυτή την περιοχή που ανήκει στην σερβική δικαιοδοσία. Τον Μάιο του 1992 οι Κοσσοβάροι εκλέγουν πρόεδρο τον Ιμπραήμ Ρουγκόβα. Η σερβική κυβέρνηση κήρυξε τις εκλογές παράνομες και μη έγκυρες και κάλεσε τους αλβανόφωνους σε διάλογο, ο οποίος απερρίφθη. Οι Κοσσοβάροι αξιώνουν άλλοτε την επαναφορά της αυτονομίας, άλλοτε την αυτοδιάθεση, την ανεξαρτησία, ακόμη και τη μετατροπή της επαρχίας σε προτεκτοράτο των Ηνωμένων Εθνών, και αρκετά συχνά απειλούν με δυναμική επέμβαση των Τιράνων.

     Το Βελιγράδι που υπέστη τριπλό εμπάργκο λόγω του πολέμου στη Βοσνία, και διεθνή απομόνωση που περιλαμβάνει και έξοδο από τον ΟΗΕ κινήθηκε με μετριοπάθεια σε προσπάθεια διαλόγου με τους Κοσσοβάρους για ενδεχόμενη επαναφορά της αυτονομίας. Η κίνηση αυτή έγινε εξαιτίας πιέσεων διεθνών και εσωτερικών. Το πρόβλημα όμως έγκειται κυρίως στα κενά που αφήνει η Συμφωνία του Dayton καθώς δεν αναφέρεται στο θέμα του Κοσσόβου δίνοντας έτσι περιθώρια αντίδρασης των σκληροπυρηνικών Αλβανοφώνων οι οποίοι δημιούργησαν τον Απελευθερωτικό Στρατό του Κοσσόβου (UCK).  Ο Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσσόβου ευθύνεται για σφαγές και αιματηρά επεισόδια εναντίον των Σέρβων, τα οποία πιθανώς προκλήθηκαν ως αντίποινα στις επιχειρήσεις των σερβικών δυνάμεων.

     Βέβαια έγιναν προσπάθειες για τερματισμό των επεισοδίων και  των αποσχιστικών τάσεων καθώς το Βελιγράδι δέχτηκε σαν συνομιλητή του τον Ρουγκόβα. Μεταξύ Ρουγκόβα και Μιλόσεβιτς υπογράφηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1996 συμφωνία για τον τερματισμό της αποχής των Αλβανοφώνων από τα σχολεία της επαρχίας. Επίσης με το «Μνημόνιο Αμοιβαίας Συμφωνίας» οι δύο ηγέτες αναγνώριζαν, έστω και ανεπίσημα, ο ένας την εξουσία του άλλου. Παρ’ όλα αυτά όμως οι Αλβανόφωνοι δεν φοίτησαν στα σχολεία γιατί απαιτούσαν την εισαγωγή της αλβανικής γλώσσας. Οι κανόνες του μνημονίου δεν εφαρμόστηκαν και το αποτέλεσμα ήταν βία. Διεκδικούσαν πλέον πλήρη ανεξαρτησία και ουσιαστικά τη δημιουργία κρατιδίου που θα ενωνόταν με την Αλβανία. Φυσικά η Σερβία δεν είχε σκοπό να αφήσει αυτή την περιοχή να αποκοπεί από το σερβικό κράτος και να το συρρικνώσει. Ξεκίνησαν λοιπόν πολεμικές επιχειρήσεις έναντι των Κοσσοβάρων του UCK, οι οποίοι θεωρήθηκαν από την σερβική κυβέρνηση ως τρομοκράτες. Οι πολεμικές αυτές επιχειρήσεις προκάλεσαν την επέμβαση των νατοϊκών δυνάμεων υπέρ των Αλβανοφώνων.    

 Ο Πρόεδρος Κλίντον πρόβαλλε τρεις λόγους για αυτή τη νατοϊκή επέμβαση σε βάρος της Γιουγκοσλαβίας3.

Αρχικά, είπε πως θέλησε να επιβεβαιώσει την σοβαρότητα των σκοπών του ΝΑΤΟ (σαν να αποζητούσε το ΝΑΤΟ την αυτοεπιβεβαίωση). Ο δεύτερος λόγος ήταν η προσπάθειά του να προστατέψει τους κατοίκους της περιοχής από τις σερβικές δυνάμεις που είχαν ξεκινήσει πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Ο τελευταίος λόγος ήταν η αποτροπή της αποσταθεροποίησης, η οποία θα επροκαλείτο από τις επιχειρήσεις των σερβικών δυνάμεων σε περίπτωση που οι τελευταίες εκδιώκοντας του αλβανόφωνους θα προκαλούσαν τη δυναμική επέμβαση της Αλβανίας για την προστασία των ομογενών της αλλά και των Σκοπίων τα οποία περιλαμβάνουν μεγάλη αλβανική μειονότητα. Αυτές οι επεμβάσεις θα οδηγούσαν σε μια αποσταθεροποίηση και έναν πόλεμο ανεξέλεγκτο που ίσως έπληγε και τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή. Οι λόγοι όμως που προέβαλλε ο Κλίντον δεν επιβεβαιώθηκαν και στην πράξη καθώς στην πορεία των βομβαρδισμών οι θέσεις που επλήγησαν ήταν αυτές των στρατιωτών του Απελευθερωτικού Στρατού από λάθη των νατοϊκών δυνάμεων καθώς και πολλοί άμαχοι. Όσο για την αποσταθεροποίηση που προσπάθησαν να αποτρέψουν, ουσιαστικά την δημιούργησαν οι βομβαρδισμοί αφού ακόμη και τα Σκόπια βρίσκονταν σε κατάσταση πολέμου αλλά αποσταθεροποίηση δημιουργήθηκε κυρίως, μετά τον πόλεμο. Αυτό διότι ενισχύθηκαν οι αλυτρωτικές τάσεις των αλβανοφώνων για ένωση με την Αλβανία και με την ελπίδα για περαιτέρω στήριξη από τους δυτικούς. Ο UCK συνέχισε να χτυπά σερβικούς στόχους ακόμη και μετά τον τερματισμό των βομβαρδισμών και ήταν έτοιμος να χτυπήσει και την FYROM μόλις και ο τελευταίος σέρβος φύγει από το Κόσσοβο.

     Η «ανθρωπιστική παρέμβαση» ουσιαστικά πήρε το μέρος ενός εκ των δύο αλυτρωτικών τάσεων χωρίς δυστυχώς να αντιπαραβάλλει στον πόλεμο μια εναλλακτική λύση που θα προσπαθούσε να συμβιβάσει και τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Το αποτέλεσμα των βομβαρδισμών θα φανεί στο μέλλον, αλλά το σίγουρο είναι ότι το Κόσσοβο θα αποτελέσει εστία ανάφλεξης και αστάθειας στην περιοχή των Βαλκανίων.

     Στις 30 Ιουλίου του 1999 συναντήθηκαν σαράντα ηγέτες στο Σαράγιεβο για να ορίσουν το Σύμφωνο Σταθερότητας. Το Σύμφωνο αυτό λίγα και ουσιαστικά τα περισσότερα έμειναν υποσχέσεις. Τα ποσά για την ανασυγκρότηση της βομβαρδισμένης περιοχής δεν επιδόθηκαν αμέσως στην Γιουγκοσλαβία διότι τέθηκε ως προϋπόθεση η παράδοση του Μιλόσεβιτς. Αντίθετα στο Κόσσοβο επιδόθηκαν τα ποσά που αντιστοιχούσαν. Αυτή η κίνηση δημιούργησε αίγλη στον Απελευθερωτικό Στρατό καθώς κέρδισε αυτό που διεκδικούσε, την ανεξαρτησία της περιοχής. Η αύξηση του γοήτρου του UCK μείωσε το γόητρο των δυτικών καθώς και της Σερβίας και αφήνει το περιθώριο μελλοντικών παρόμοιων καταστάσεων σε βάρος των Σκοπίων ή ακόμη και της Ελλάδας. Το σίγουρο πάντως είναι ότι δόθηκε πλέον ευρύ πεδίο παρεμβάσεων σε μια ευαίσθητη περιοχή της Ευρώπης στις μεγάλες δυνάμεις αλλά και στις περιφερειακές δυνάμεις για να ικανοποιήσουν τα συμφέροντά τους. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η ασάφεια των συνόρων μεταξύ Κοσσόβου-Αλβανίας και η δημιουργία ενός συνεχούς αλβανικού χώρου, η νίκη και ανεξαρτητοποίηση μιας μειονότητας μέσα στα όρια ενός εθνικού κράτους, η παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων για την προστασία των μειονοτήτων που δίνει άλλο βάρος και κύρος στον αγώνα τους για ανεξαρτησία αλλά και η προσφορά περιφερειακών δυνάμεων για προστασία των μειονοτήτων των γειτόνων (π.χ. Αλβανία για Κοσσοβάρους και αλβανόφωνους των Σκοπίων, Τουρκία για μουσουλμάνους δυτικής Θράκης) οδηγούν σε επανάληψη ιστορικών γεγονότων της περιόδου παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σε ευρύτερες ανακατατάξεις στα Βαλκάνια και θεαματικές αλλαγές συνόρων.  

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

  

     Σε μια τέτοια κρίση όπως αυτή του Κοσσυφοπεδίου όπου πρόκειται για μια σύγκρουση δύο λαών για την επιβολή του ενός ή του άλλου σε μια συγκεκριμένη εδαφική επιφάνεια πρέπει να παρατεθούν τα στοιχεία εκείνα που συνιστούν την κρίση. Κατ’ αρχήν πρέπει να παρατεθεί το στοιχείο ότι οι Αλβανοί αποτελούσαν μειονότητα στη Γιουγκοσλαβία. Μπορεί βέβαια να ήταν πλειοψηφία στην περιοχή του Κοσσόβου αλλά μέσα στη χώρα ήταν μειονότητα. Η διένεξη4 αυτή, κατά την οποία οι σχέσεις δύο κρατών βρίσκονται σε διάσταση σε μια λανθάνουσα μορφή, δηλαδή δεν εκδηλώνονται είτα γιατί παρουσιάζουν μικρή δυναμική που δεν μπορεί να ανατρέψει τους συσχετισμούς δυνάμεων όπως έχουν διαμορφωθεί, είτε γιατί δεν είναι στις προτεραιότητες των χωρών να ασχοληθούν με το συγκεκριμένο θέμα, ονομάζεται λανθάνουσα διένεξη. Η περίπτωση του Κοσσόβου ήταν μια λανθάνουσα διένεξη πριν εξελιχθεί σε κρίση. Η σύγκρουση που πραγματοποιήθηκε είναι ουσιαστικά η σύγκρουση ανάμεσα στις αλυτρωτικές τάσεις των δύο λαών που είχε ως σκοπό την προσάρτηση της επαρχίας είτε στην Ομοσπονδία της Γιουγκοσλαβίας, είτε στην Αλβανία. Γι’ αυτό λοιπόν τον λόγο οι αντιμαχόμενες πλευρές οι οποίες είναι οι αλβανόφωνοι του Κοσσόβου και οι Σέρβοι του Κοσσόβου είχαν την υποστήριξη των χωρών τους. Βέβαια πριν φτάσουμε στην σύγκρουση υπήρξαν κάποιες διπλωματικές προσπάθειες5, κάποιες διαπραγματεύσεις ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση. Έγιναν κάποιες συνομιλίες μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών όπως γίνεται σε κάθε κρίση που βρίσκεται εν τη γενέση της.

     Κατ’ αρχήν πρέπει να δοθεί ο ορισμός του όρου σύγκρουση. Σύγκρουση, είναι μια αντίθεση μεταξύ δρώντων που είναι συνάμα ένα σύνθετο και πολύπλοκο φαινόμενο. Είναι μια κατάσταση όπου ο ανταγωνισμός και η συνεργασία αλληλεπιδρούν στην σχέση αντιπαλότητας που διέπει τα αντιτιθέμενα μέρη. Η σύγκρουση περιλαμβάνει καταστάσεις, όπου οι θέσεις των αντιτιθέμενων μερών με την δυναμική με την οποία εκφράζονται είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους και αυτό σημαίνει ότι για να πραγματοποιηθεί η μία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η άλλη, είναι αδύνατη η πραγμάτωση της άλλης. Μεγάλη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο οι δρώντες ανταποκρίνονται στις συγκρουσιακές καταστάσεις, καθώς και η ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά τους. Ο τρόπος που αντιλαμβάνονται και αντιμετωπίζουν τους αντίπαλους δρώντες, οι τρόποι και τα μέσα που διαθέτουν για την υλοποίηση των στόχων και των επιδιώξεων τους. Σε μακροχρόνιες καταστάσεις οι προκαταλήψεις, η συσσώρευση αρνητικών στοιχείων για τον αντίπαλο παίκτη, τα στερεότυπα και οι εσφαλμένες αντιλήψεις δυσχεραίνουν την επίλυση της κρίσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζεται μια μέση λύση που να ικανοποιεί όλες τις αντιτιθέμενες πλευρές λαμβάνοντας υπόψη όμως τις ιδιαιτερότητες των δρώντων και προσπαθώντας να προσεγγίσει όσο γίνεται περισσότερο την ουσία των απαιτήσεων και των αξιώσεων τους.

     Επίσης, εκτός από τους δρώντες και τα χαρακτηριστικά τους πρέπει να καθοριστεί και το περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσεται η σύγκρουση. Αυτό είναι πολύ σημαντικό διότι με τον καθορισμό του περιβάλλοντος ουσιαστικά έχουμε τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε την γεωστρατηγική σημασία του χώρου εντός του οποίου διαδραματίζονται τα γεγονότα ή επίσης παρατηρούμε άλλους λόγους, όπως το πλούσιο υπέδαφος του χώρου όπου λαμβάνει χώρα η κρίση, θα μπορούσε για παράδειγμα να είναι μια κρίση που να βασίζεται στα πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου. Επιπλέον, μπορούμε να παρατηρήσουμε τους εξωτερικούς εμπλεκόμενους παίκτες που επιθυμούν να κερδίσουν από την κρίση και να ικανοποιήσουν τα συμφέροντά τους. Τέτοιοι δρώντες συνήθως είναι τα γειτονικά κράτη, ειδικά όταν είναι μεγάλες δυνάμεις, αλλά και οι μεγάλες δυνάμεις που βρίσκονται σε απόσταση από το πεδίο της κρίσης και επεμβαίνουν γιατί έχουν ζωτικής σημασίας συμφέροντα.

     Έπειτα, σημαντικό είναι και ο εντοπισμός του πυρήνα του προβλήματος. Αυτή η προσέγγιση γίνεται από έναν τρίτο παρατηρητή και όχι από τους εμπλεκόμενους φορείς. Ο ερευνητής οφείλει να μελετήσει με τρόπο αντικειμενικό και χωρίς προσωπικά σχόλια και υποκειμενικές παρατηρήσεις τη διαφορά ή τις διαφορές που δημιουργούν το πρόβλημα στους δρώντες αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι δρώντες αντιμετωπίζουν τη διαφορά που τους χωρίζει.

     Τέλος, μελέτη γίνεται και όσον αφορά τα επακόλουθα της διένεξης και τις μελλοντικές προεκτάσεις της. Μια διαμάχη ή μια διένεξη είναι δυνατόν να είναι μακροχρόνια ή βραχυχρόνια. Το ενδιαφέρον σε αυτή την περίπτωση επικεντρώνεται στις συνέπειες που θα έχει η κρίση για τους δρώντες και για τους εμπλεκόμενους παίκτες καθώς και για το περιβάλλον εντός του οποίου διαδραματίζεται η κρίση. Δηλαδή, ακόμη και αν τελικά έρθουν σε συμβιβασμό οι δρώντες σημασία θα έχει να εξεταστεί η διάρκεια της κρίσης αλλά και σε ποια κατάσταση θα βγουν από αυτήν οι εμπλεκόμενοι συγκριτικά πάντα με την προηγούμενη από την κρίση κατάστασή τους, την κατάσταση μεταξύ τους και σε σχέση με τους γείτονες τους.

     Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της σύγκρουσης, των παικτών, του περιβάλλοντος, του εντοπισμού της ουσίας και των συνεπειών της διένεξης μελετώνται ως προς την κρίση του Κοσσυφοπεδίου. Πριν ξεκινήσει η σύγκρουση μεταξύ Σέρβων και αλβανόφωνων του Κοσσυφοπεδίου υπήρξε διπλωματική δραστηριότητα η οποία όμως δεν στέφθηκε με επιτυχία. Η Γιουγκοσλαβία αποδέχθηκε αρκετά από τα αιτήματα των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου παραχωρώντας δικαιώματα και αναγνωρίζοντας την αλβανική μειονότητα της περιοχής δίνοντας έτσι πολιτική οντότητα στους Αλβανούς, οι οποίοι άρχισαν να διεκδικούν περισσότερα. Επίσης, έγιναν διπλωματικές προσπάθειες και από ανεξάρτητους φορείς, προσωπικότητες, χώρες και μη κυβερνητικούς οργανισμούς (όπως για παράδειγμα οι προτάσεις που έγιναν από το ΕΛΙΑΜΕΠ πριν αλλά και κατά τη διάρκεια του πολέμου). Οι κύριοι δρώντες της σύγκρουσης ήταν η Σερβία και Αλβανοί του Κοσσόβου. Στο πλευρό των Αλβανών του Κοσσόβου στάθηκε η Αλβανία. Υπήρξε κινητοποίηση υπέρ των Αλβανών και από την πλευρά των ΗΠΑ οι οποίες μέσω των συμμάχων τους από το ΝΑΤΟ βομβάρδισαν την Σερβία. Αρκετές χώρες έδειξαν ενδιαφέρον για την κρίση του Κοσσόβου. Εκτός από τις ΗΠΑ, τους συμμάχους τους και την Αλβανία και οι γειτονικές χώρες ενδιαφέρθηκαν για την κρίση. Η ΠΓΔΜ, η Βουλγαρία, η Κροατία, η Βοσνία – Ερζεγοβίνη και η Ελλάδα, καθώς και η Τουρκία αποτέλεσαν χώρες γείτονες που συμμετείχαν άμεσα ή έμμεσα στην κρίση του Κοσσόβου με στρατιωτικές ή διπλωματικές κινήσεις. Βέβαια, δρώντες που συμμετείχαν στην κρίση όχι άμεσα όμως ήταν και η Ρωσία με την Κίνα. Η πρώτη ως δύναμη που αναζητούσε κάτι από την παλιά της δόξα προσπαθώντας να επέμβει στα γεγονότα της περιοχής και η δεύτερη μετά από τον λάθος βομβαρδισμό της πρεσβείας της στο Βελιγράδι. Τέλος, ο ΟΗΕ, οποίος αρχικά παραγκωνίστηκε αφού οι βομβαρδισμοί στην Γιουγκοσλαβία ξεκίνησαν χωρίς την έγκρισή του, στη συνέχεια όμως και μετά τον βομβαρδισμό της κινεζικής πρεσβείας προσπάθησε να επέμβει για να τερματιστούν οι συγκρούσεις και οι βομβαρδισμοί.

     Το περιβάλλον εντός του οποίου εξελίχθηκε η σύγκρουση είναι μια εύφλεκτη περιοχή παγκοσμίως, η περιοχή των Βαλκανίων η οποία έχει μεγάλη γεωστρατηγική σημασία. Υπάρχουν επίσης πολύ λεπτές ισορροπίες μεταξύ των χωρών της περιοχής. Αυτό συμβαίνει λόγω των έντονων πολιτιστικών και εθνικιστικών αισθημάτων που κυριαρχούν στους λαούς της περιοχής καθώς στην έντονη εθνική συνοχή τους που δημιουργεί αλυτρωτικές τάσεις και προσδοκίες για επιθετική δραστηριότητα. Τα Βαλκάνια είναι μια από τις εύφλεκτες περιοχές του διεθνούς περιβάλλοντος από την εποχή του ψυχρού πολέμου και παραμένει μια περιοχή με ιδιαιτερότητες. Όσον αφορά την ουσία της κρίσης, δηλαδή τον εντοπισμό του πυρήνα είναι αυτή το εθνικιστικό αίσθημα που επηρεάζει τους λαούς της περιοχής και τους οδηγεί στην επιδίωξη σκοπών που αντιβαίνουν το διεθνές δίκαιο. Η επιδίωξη κατάκτησης και προσάρτησης περιοχών που δεν ανήκουν σε κάποιο κράτος, π.χ. η Αλβανία για το Κοσσυφοπέδιο και οι αλυτρωτικές τάσεις που δημιουργούνται λόγω του ότι η χώρα είχε ιστορικά κάποια σχέση με τις περιοχές που θέλει να προσαρτήσει αντίκειται στο διεθνές δίκαιο και δεν αποτελεί λόγο υποστήριξης από άλλες χώρες. Το ότι υπήρξε υποστήριξη στους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου που αποτελούσαν ουσιαστικά κομμάτι της δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας και όχι στο επίσημο κράτος της Γιουγκοσλαβίας αυτό παραμένει ερωτηματικό. Διότι δεν μπορεί να πειστεί, ακόμη και κάποιος που δεν ασχολείται με τις διεθνείς σχέσεις ότι η επέμβαση στο Κοσσυφοπέδιο από το ΝΑΤΟ έγινε για ανθρωπιστικούς λόγους, πόσο μάλλον ένας επιστήμονας των διεθνών σχέσεων. Δεν υπάρχει επέμβαση που γίνεται για ανθρωπιστικούς λόγους και αυτός που την κάνει να βομβαρδίζει κυρίως αυτούς που προσπαθεί να σώσει. Πιο πιθανός λόγος για την επέμβαση θα μπορούσε να είναι το πλούσιο υπέδαφος του Κοσσυφοπεδίου αλλά ίσως και η προσπάθεια μεγαλύτερης διαίρεσης της Γιουγκοσλαβίας ώστε να δημιουργηθούν μικρά κρατίδια χωρίς εθνική συνοχή που δεν θα μπορούν να αντιδράσουν σε οποιαδήποτε μελλοντική παρέμβαση στην περιοχή. Επιπλέον όμως, πρέπει να μελετηθούν και οι λόγοι που ώθησαν και τους άλλους δρώντες στην συμμετοχή τους σε αυτήν την κρίση. Οι χώρες γείτονες της Σερβίας στήριξαν την αμερικανική επίθεση εναντίον των Σέρβων διότι ως χώρες που ανήκαν στο πρώην ανατολικό μπλοκ προσπάθησαν να προσδεθούν στο άρμα του ΝΑΤΟ και να θέσουν έμπρακτα την βούλησή τους να γίνουν μέλη του. Από την πλευρά των διεθνών σχέσεων είναι λογικό διότι ο αδύναμος πάντοτε στέκεται στο πλευρό του δυνατού ώστε ακόμη και αν δεν μπορεί να έχει ρυθμιστικό ρόλο στο διεθνές παιχνίδι να παραμείνει τουλάχιστον εντός παιχνιδιού. Όσον αφορά το ΝΑΤΟ, σύμφωνα με τα λεγόμενα του προέδρου Κλίντον τότε, η επίθεση έγινε για τρεις λόγους. Πρώτον, η επιβεβαίωση των σκοπών του ΝΑΤΟ, δεύτερον, η επιδίωξη του να προστατέψει τους Κοσοβάρους από τις σερβικές δυνάμεις και τρίτον, η αποτροπή της αποσταθεροποίησης.

     Σύμφωνα με τον Gilpin, οι ηγεμονικοί πόλεμοι προκαλούνται λόγω των ιδιόμορφων σχέσεων μεταξύ των δρώντων στις δομές του διεθνούς συστήματος. Αυτό συμβαίνει όταν μια ανερχόμενη δύναμη προσπαθεί να διευρύνει την επιρροή της εις βάρος της κυρίαρχης δύναμης που βρίσκεται σε κάμψη. Η προσπάθεια της μιας αντιτίθεται στην προσπάθεια της άλλης και έτσι ο πόλεμος φαίνεται αναπόφευκτος. Στην περίπτωση του Κοσσόβου δεν υπάρχει ηγεμονικός πόλεμος μεταξύ Σέρβων και Αλβανών. Όμως οι Αλβανοί αποτελούν μια δύναμη στην περιοχή (στο Κόσσοβο) που επιθυμεί να ικανοποιήσει τα συμφέροντά της σε βάρος της δύναμης που είναι σε κάμψη λόγω των διαιρέσεων που συνέβησαν στο εσωτερικό της και λόγω των πολέμων που πέρασε στις αρχές της δεκαετίας του 90’.

     ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΣΟΒΟΥ

ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ   

     Η σημασία της κρίσης για τα Βαλκάνια είναι μεγάλη. Δημιουργήθηκε αποσταθεροποίηση στην περιοχή και αναζωπυρώθηκαν τα εθνικιστικά πάθη σε μια τόσο εύφλεκτη περιοχή με έντονες διαφορές μεταξύ των εθνών. Αποτέλεσμα της αμερικανικής επέμβασης στο πλευρό των Αλβανών είναι η αύξηση της δύναμης τους και η διατήρηση των στόχων τους για την υλοποίηση της Μεγάλης Αλβανίας. Αυτά σε συνδυασμό με την διατήρηση του Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσσυφοπεδίου (UCK) κάνουν την κατάσταση επικίνδυνη για οποιεσδήποτε μελλοντικές αλλαγές στην περιοχή του Κοσσόβου αλλά και στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Επίσης, οι λόγοι του πολέμου που αφορούσαν την προστασία μειονοτικών εθνικών ομάδων δίνουν τροφή σε όποιον επιθυμεί στο μέλλον να επιβουλευτεί τη γειτονική του χώρα και θέλει κάποια αφορμή που θα τον δικαιώνει στα μάτια της διεθνούς κοινότητας. Τα Βαλκάνια είναι πλέον μια περιοχή που περιλαμβάνει πολλά μικρά κράτη και έτσι η αποσταθεροποίηση είναι εύκολη για όποιον έχει συμφέροντα να εξυπηρετήσει με αυτήν. Εκτός από το πολιτικό και διπλωματικό κόστος του πολέμου, υπάρχει και οικονομικό κόστος. Τόσες καταστροφές προκλήθηκαν και χάθηκαν τόσοι άνθρωποι για να εφαρμοστούν τελικά οι ρυθμίσεις που είχαν αποφασιστεί πριν τον πόλεμο, με μόνη διαφορά την απομάκρυνση του Μιλόσεβιτς, οποίος συνελήφθη και παραδόθηκε στη διεθνή κοινότητα για να δικαστεί.

     Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από τους βομβαρδισμούς εναντίον της Γιουγκοσλαβίας, που αντί να επιλύσουν επιδείνωσαν την κατάσταση, το Κοσσυφοπέδιο φαίνεται πως δύσκολα θα ηρεμήσει. Τα σερβικά στρατεύματα αποχώρησαν αλλά η αποχώρηση αυτή δεν επέφερε το τέλος των εχθροπραξιών και της βίας που συνεχίζεται από τους Αλβανούς εξτρεμιστές που πρόσφατα επιτέθηκαν και σε ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονται εκεί μαζί με τις δυνάμεις του ΟΗΕ για την διατήρηση της ειρήνης.

     Σύμφωνα με τον Αμερικανό αναλυτή Ίαν Λέσερ το ΝΑΤΟ βρέθηκε στο δίλημμα «αυτονομία ή ανεξαρτησία». Ο Αμερικανός αναλυτής τονίζει ότι: «Δεν θέλουμε αλλαγές συνόρων…. Κανείς δεν θεωρεί την δημιουργία της “Μεγάλης Αλβανίας” σταθεροποιητική εξέλιξη». Πολλοί υποστηρίζουν ότι η διαμάχη του Κοσσυφοπεδίου δεν ολοκληρώθηκε και ότι οι βομβαρδισμοί και οι πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ Σέρβων και UCK ήταν μόνο η αρχή. Δολοφονίες εκδίκησης, αυξημένη εγκληματικότητα, διαφθορά, πολιτικές διαμάχες και προκλήσεις και από τις δύο πλευρές συνθέτουν ένα εκρηκτικό σκηνικό και δυναμιτίζουν την ατμόσφαιρα. Η κατάσταση στην περιοχή είναι μάλλον χαοτική και πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος ήταν ένα λάθος που οδήγησε από τη μια εθνοκάθαρση σε μια νέα εθνοκάθαρση. Δυστυχώς, οι δυτικοί δεν κατάφεραν να εφαρμόσουν την πολιτική της αποτροπής και να αποσοβήσουν την σύγκρουση προβλέποντας τις συνέπειες της για την περιοχή. Μεγάλος προβληματισμός όμως στην κρίση του Κοσσόβου προκλήθηκε στους Ευρωπαίους, δηλαδή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία δεν κατάφερε να παρουσιάσει την αποφασιστικότητα και τον δυναμισμό που έπρεπε ώστε να αναλάβει η ίδια την κατάσταση στα χέρια της και να δώσει μια λύση που θα την εμφάνιζε με κοινό πρόσωπο απέναντι στις ΗΠΑ και με στρατηγικές που μπορούν να υλοποιηθούν για το μέλλον της Ευρώπης. Ο προβληματισμός αυτός οδήγησε σε μια πρώτη σημαντική αντίδραση από τον Γερμανό Καγκελάριο Gerhard Schroeder που δήλωσε τον Ιούνιο του 1999 έχοντας υπόψη του την απόφαση των κρατών – μελών, «Σήμερα είναι μια καλή μέρα για την Ευρώπη» διότι, και σύμφωνα πάντα με την απόφαση των κρατών – μελών «Στόχος είναι η ενδυνάμωση της ΚΕΠΠΑ με τη δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής σε θέματα ασφαλείας και άμυνας… καθώς και η δυνατότητα αυτόνομης δράσης, με την συνδρομή αξιόπιστων στρατιωτικών δυνάμεων, τα μέσα ώστε να μπορεί να αποφασισθεί η χρήση τους, η ετοιμότητα του να μπορεί να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο, έτσι ώστε να μπορούν να αντιμετωπιστούν διεθνείς κρίσεις, χωρίς την προκατάληψη του NATO. Επομένως, ο στόχος των Ευρωπαίων διαμορφώθηκε στην προσπάθεια δημιουργίας κοινής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας δημιουργώντας όμως την στρατιωτική δύναμη που θα αντικαταστήσει το NATO και θα χαράξει αυτόνομη ευρωπαϊκή πολιτική.

     Προσπαθώντας να κάνουμε μια αποτίμηση της νατοϊκής επέμβασης στο Κοσσυφοπέδιο, δύσκολα μπορεί κάποιος να αποδώσει ανθρωπιστικό χαρακτήρα. Αυτό διότι, δεν είχαν εξαντληθεί όλα τα μέσα για ειρηνική επίλυση του προβλήματος και γιατί ίσως υπήρχαν και άλλοι εφαρμόσιμοι τρόποι για την εδραίωση της ειρήνης στην περιοχή. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι η επί της ουσίας κατάργηση των συνόρων με την Αλβανία, έχει επιτρέψει τη δημιουργία ενός ασαφούς αλλά συνεχούς αλβανικού χώρου. Αυτό μπορεί να σημαίνει νίκη των Αλβανών στην κρίση του Κοσσόβου. Διότι, ουσιαστικά αυτό ήθελαν να επιτύχουν, μια ένωση με την Αλβανία, έστω και ανεπίσημη. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να παγιώσει την αντίληψη ότι ο συνδυασμός ενός ένοπλου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, μιας ανθρωπιστικής καταστροφής και μερικών επιδέξιων διπλωματικών κινήσεων, αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη για την αλλαγή των συνόρων στα Βαλκάνια. Αν μια τέτοιου είδους στρατηγική περάσει ως μήνυμα στις διάφορες μειονότητες που κατοικούν στις διάφορες ανεξάρτητες χώρες της περιοχής, τότε μπορούμε να οδηγηθούμε σε μια γενικευμένη βαλκανική σύρραξη με θεαματικό τρόπο και απρόβλεπτες διαστάσεις.        

           

    


 περισσότερα για την ιστορία του Κοσσυφοπεδίου βλέπε σελ. 167-171 στο βιβλίο ΒΑΛΚΑΝΙΑ, Από τον διπολισμό στη νέα εποχή, επιμέλεια Θ. Βερέμης, ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΝΩΣΗ». 
 περισσότερα για τους αλβανόφωνους του Κοσσόβου βλέπε στο βιβλίο ΕΛΛΑΔΑ, ΑΛΒΑΝΙΑ, ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ 1912-1998 του ΗΛΙΑ Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ σελ. 138-141, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΕΑΝΙΔΑ
 για τις συνέπειες και του λόγους επέμβασης του ΝΑΤΟ στην Γιουγκοσλαβία βλέπε ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟΥ, επιμέλεια Θ. ΝΤΟΚΟΣ – Φ. ΠΙΕΡΡΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ – ΕΛΙΑΜΕΠ, σελ. 23-34 ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΟ ΚΟΣΟΒΟ (Θάνος Βερέμης – Αριστοτέλης Τζιαμπίρης)
αναλυτικά για τις μορφές διενέξεων βλέπε στο βιβλίο ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΠΑΙΓΝΙΩΝ, Συνεργασία και Σύγκρουση στις Διεθνείς Σχέσεις του Π. ΒΑΡΒΑΡΟΥΣΗΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, σελ. 212-214επίσης πληροφορίες για την ανάλυση των όρων σύγκρουση, ιδιαιτερότητες των παικτών , το διεθνές περιβάλλον και οι θεατές, τον πυρήνα του προβλήματος και τα επακόλουθα της διένεξης και τα μελλοντικές προεκτάσεις βλέπε στο ίδιο βιβλίο σελ. 207-211
περαιτέρω ανάλυση για τον όρο διπλωματία, τους φορείς και τις μεθόδους διπλωματίας βλέπε κεφ. 6 ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ από το βιβλίο ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ του Π.  ΒΑΡΒΑΡΟΥΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ

Μία Απάντηση προς “Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΣΟΒΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ”

  1. Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΣΟΒΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ « ΝΕΑ ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ ΦΕΛΛΟΥ λέει:

    [...] Δημοσιεύθηκε από satyrikon στο Απρίλιος 22, 2008 Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΣΟΒΟΥ [...]

Υποβολή απάντησης