ΚΟΣΟΒΟ : Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΔΙΑΛΥΣΗ

ΤΗΣ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑΣ:

ΟΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΟΣΝΙΑΣ

 

ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟΥ.

 

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ.

ΑΘΗΝΑ 2004

   

Οι σχέσεις Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας

πριν τη διάλυση της δεύτερης.

Ιστορική αναδρομή.

       Οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία ξεκινούν μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Με το τέλος του πολέμου πέντε κράτη ενώνονται και δημιουργούν τη Γιουγκοσλαβία. Τα πέντε αυτά κράτη ήταν η Σερβία, η Κροατία, η Σλοβενία, το Μαυροβούνιο και η Βοσνία – Ερζεγοβίνη. Υπό την ηγεσία του στρατάρχη Τίτο δημιουργήθηκε η ενωμένη Γιουγκοσλαβία.

Οι σχέσεις της με την Ελλάδα ξεκίνησαν την περίοδο του εμφυλίου που γινόταν στον ελλαδικό χώρο μεταξύ κομμουνιστών και του επίσημου ελληνικού κράτους, όταν η Γιουγκοσλαβία του κομμουνιστή στρατάρχη Τίτο ενίσχυε με οπλισμό και κάθε είδους υλική υποστήριξη τους Έλληνες κομμουνιστές. Από το τέλος του ελληνικού εμφυλίου που έληξε με την ήττα των κομμουνιστών, οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία δεν ήταν και στο καλύτερο επίπεδο λόγω της βοήθειας προς τους αντάρτες. Οι σχέσεις των δύο χωρών στα επόμενα χρόνια πέρασαν από διάφορα στάδια.

Το 1959, η Αθήνα και το Βελιγράδι συμφώνησαν σε ελεύθερη διάβαση των συνόρων. Μέχρι το 1967 υπήρχαν διακυμάνσεις βελτίωσης και επιδείνωσης των σχέσεων τους διότι η Γιουγκοσλαβία διεκδικούσε μαζί με τις άλλες κομμουνιστικές χώρες την Μακεδονία με τη δικαιολογία ύπαρξης «μακεδονικής» μειονότητας στα ελληνικά εδάφη.

     Από το 1967 και έπειτα, με την άνοδο των συνταγματαρχών στην Ελλάδα και την εγκατάσταση της δικτατορίας έγιναν προσπάθειες καλυτέρευσης των σχέσεων με τα γειτονικά κομμουνιστικά κράτη, εκτός των σχέσεων με την Γιουγκοσλαβία. Από το 1970 οι σχέσεις βελτιώθηκαν. Το 1974 με την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα και την κρίση στην Κύπρο και το Αιγαίο, η Ελλάδα ακολούθησε μια ενιαία βαλκανική πολιτική με στόχο την βελτίωση των σχέσεων με τις γειτονικές χώρες, πλην της Αλβανίας. Προτεραιότητα όμως έλαβε η σύγκλιση με τη Γιουγκοσλαβία, της οποίας η σχετική ανεξαρτησία και από τις δυο υπερδυνάμεις ενδιέφερε την Ελλάδα, όπως επίσης και η επιρροή του Τίτο στις χώρες των αδεσμεύτων για την υποστήριξη του Κυπριακού. Το 1978 προκλήθηκε δυσαρέσκεια στην Αθήνα όταν το Βελιγράδι υποστήριξε αξιώσεις των Σκοπίων σχετικά με τις υποτιθέμενες μειονότητες στην Ελλάδα. Κατά τη δεκαετία του 1980 οι σχέσεις των δύο χωρών, αλλά και των άλλων βαλκανικών χωρών με την Ελλάδα σημείωσαν βελτίωση. Η βελτίωση των σχέσεων οφειλόταν κυρίως στις δύο υπερδυνάμεις, στων οποίων τα στρατόπεδα ήταν ενταγμένες οι χώρες των Βαλκανίων. Η μεν Ελλάδα στο ΝΑΤΟ και οι βαλκανικές χώρες στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας με τη Γιουγκοσλαβία απλά προσκείμενη, αλλά όχι και μέλος του.

   

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας

και τα κράτη

που δημιουργήθηκαν

       Σημάδια διχόνοιας μεταξύ των εθνοτήτων που αποτελούσαν την ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία είχαν δημιουργηθεί από τις αρχές του 20ού αιώνα όταν με την ίδρυση του βασιλείου των Σέρβων, των Σλοβένων και των Κροατών το 1918, η σερβική εθνότητα υπερίσχυσε έναντι των άλλων. Η περίοδος αυτή ιστορικά, ταυτίζεται με την περίοδο της ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας όπως ιδρύθηκε το 1945 από τον Τίτο, ο οποίος ήταν κροατικής καταγωγής και επομένως ήταν αναμενόμενο να δημιουργήσει ένα μοντέλο διοίκησης όπου υπερίσχυαν οι Κροάτες και το οποίο θέλησαν στην συνέχεια και μετά το θάνατο του Τίτο να παραλλάξουν οι Σέρβοι.     

Όταν οι Henry Kissinger και Jeanne Kirkpatrick πριν μια εικοσαετία θεωρούσαν ότι τα ολοκληρωτικά κομμουνιστικά καθεστώτα ήταν «μόνιμα» και δεν άφηναν καμιά διέξοδο προς τον εκδημοκρατισμό δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι τα καθεστώτα αυτά θα κατέρρεαν λίγα χρόνια αργότερα. Κατέρρευσαν και αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν έναν επιθετικό εθνικισμό (σωβινισμό) καθώς και λαϊκισμό.    

Στις 16 Μαρτίου 1989 σχηματίστηκε η τελευταία ομοσπονδιακή κυβέρνηση μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Μίκουλιτς, το Δεκέμβριο του 1988, που ασκούσε καθήκοντα πρωθυπουργού από το 1986. Στην τελευταία αυτή κυβέρνηση όπου πρωθυπουργός ήταν ο Άντε Μάρκοβιτς (Κροάτη), ένθερμου υποστηρικτή της διατήρησης της ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας, υπερίσχυαν οι ισχυρότερες δημοκρατίες της Κροατίας, της Σερβίας και της Σλοβενίας. Η Σερβία ισχυροποίησε τη θέση της μέσα σ’ αυτή την κυβέρνηση. Ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς ηγέτης των Σέρβων ενισχύθηκε από τις κινήσεις της κυβέρνησης αυτής. Το έργο της ήταν δύσκολο γιατί είχε να αντιμετωπίσει τη χειρότερη οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση που γνώρισε η Γιουγκοσλαβία από το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.     

Μετά το θάνατο του Τίτο εφαρμόστηκε ο συνταγματικός νόμος που προέβλεπε την ίση εκπροσώπηση των Δημοκρατιών και των επαρχιών. Το σύστημα αυτό εφαρμόστηκε με την εκ περιτροπής και κατ’ έτος εναλλαγή στις κορυφαίες θέσεις του προεδρείου του Κόμματος και του Προέδρου του κράτους. Δεν εφαρμόστηκε όμως και για το αξίωμα του πρωθυπουργού. Από το 1982 και μετά όλοι οι πρωθυπουργοί ήταν Κροάτες. Αξίζει, εδώ να σημειωθεί ότι, στη θέση του πρωθυπουργού δεν τοποθετήθηκε ποτέ Σλαβομακεδόνας, Αλβανός ή Ούγγρος. Οι εθνότητες αυτές εκπροσωπούνταν επί το πλείστον από υπουργούς. Επίσης κριτική ασκήθηκε από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση για την Σλοβενία και την τακτική των Αλβανών του Κοσόβου. Η κριτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της θέσης της Σερβίας. Πιο συγκεκριμένα ο υπουργός άμυνας υποστήριξε ότι η Σλοβενία κατηγορεί τον ομοσπονδιακό στρατό γιατί επιδιώκει την διάσπαση της Γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας. Επίσης απέδιδε ευθύνες στους Αλβανούς του Κοσόβου για την κατάσταση που δημιουργήθηκε στην συγκεκριμένη περιοχή διότι εμφάνιζαν εθνικιστικές και αποσχιστικές τάσεις και εναπόθετε στον ομοσπονδιακό στρατό την καταστολή της «αντεπανάστασης» που οργάνωναν οι Αλβανοί και που είχε σαν σκοπό την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Στο θέμα του Κοσόβου υιοθετήθηκε μια πολιτική «σκληρής γραμμής» από την κυβέρνηση και ειδικά από τον Σέρβο υπουργό εσωτερικών σε ομοσπονδιακό επίπεδο που φάνηκε σαν πολιτική νίκη του Μιλόσεβιτς. Ο ομοσπονδιακός πρωθυπουργός Μάρκοβιτς επικροτούσε την πολιτική Μιλόσεβιτς στο Κόσοβο πιστεύοντας ότι θα δημιουργηθεί μια σταθεροποιημένη κατάσταση στην περιοχή.     

 Η εφαρμογή της «σκληρής γραμμής» από τους Σέρβους μέσω της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ώθησε αρκετούς Αλβανούς, Κροάτες και Σλοβένους να θεωρήσουν την πολιτική αυτή επιθετική που απέβλεπε στην εξάλειψη της ευρείας αυτονομίας του Κοσόβου, η οποία είχε παραχωρηθεί στην επαρχία από το Σύνταγμα του 1974. Υποστήριζαν μάλιστα ότι αδυναμία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να εφαρμόσει μια κοινά αποδεκτή πολιτική από όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας ενισχύει τη δύναμη των Σέρβων και κυρίως του Μιλόσεβιτς. Ο Μιλόσεβιτς κατηγορήθηκε για επιθετική πολιτική. Η πολιτική του αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός συγκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης της χώρας σε ομοσπονδιακό επίπεδο προκειμένου να επιβιώσει η Γιουγκοσλαβία. Οι πολυκομματικές εκλογές του 1990 έδωσαν ουσιαστική ώθηση στις ομοσπονδιακές τάσεις, καθώς η άνοδος του εθνικισμού συνόδευε την εισαγωγή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Από εκεί και έπειτα παρατηρήθηκε η κάθε Δημοκρατία ξεχωριστά να εφαρμόζει τη δική της εξωτερική και οικονομική πολιτική και σε ορισμένες περιπτώσεις να αναπτύσσει και τις δικές της αμυντικές δυνάμεις.    

Η Γιουγκοσλαβία οδηγήθηκε στον εμφύλιο πόλεμο όχι μόνο λόγω της αύξησης της δύναμης των Σέρβων αλλά και λόγω των εσωτερικών προβλημάτων της ηγεσίας της χώρας. Δημιουργήθηκαν πολιτικές μειοψηφίες μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας οι οποίες υποστήριζαν ότι έπρεπε να εφαρμοστεί ένα σύστημα διαφορετικό από τον αυταρχικό σοσιαλισμό που εφαρμοζόταν μέχρι τότε. Υποστηρίχθηκαν η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, η μικτή οικονομία και την πλήρη συμμετοχή της χώρας στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με σκοπό την ένταξη της χώρας στην ΕΕ, «προβαίνουμε σ’ όλες αυτές τις αλλαγές προκειμένου αύριο να μην είναι πολύ αργά για τη Γιουγκοσλαβία». Παράλληλα μέσα στο ΚΚΓ υποστήριζαν ότι δεν έπρεπε να παραχωρηθεί η εξουσία στην αντιπολίτευση όπως έγινε στην Πολωνία, ούτε να δοθεί περιθώριο στην αντιπολίτευση να έχει βήμα στη λήψη των αποφάσεων. Πίστευαν ότι έπρεπε να ανέχονται σύμφωνα με τις δημοκρατικές αρχές τις διαφορετικές απόψεις αλλά να μην επιτρέψουν σε μειοψηφίες να εισχωρήσουν στο Κόμμα. Επίσης διαφορές υπήρχαν και μεταξύ των κομμουνιστικών κομμάτων της Σλοβενίας και της Σερβίας, αφού οι μεν υποστήριζαν πολυκομματικό σύστημα και οι δε δημοκρατικό συγκεντρωτισμό.    

Τα συγκεκριμένα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στις σχέσεις των διαφόρων εθνοτήτων της Γιουγκοσλαβίας μεταξύ τους οδήγησαν τη χώρα στη διάσπαση και τον εμφύλιο πόλεμο. Σέρβοι και Σλοβένοι είχαν διαφορές στο οικονομικό, στο κοινωνικό και στο πολιτικό επίπεδο, αν και οι δύο υποστήριζαν το δυτικό οικονομικό σύστημα αλλά διαφωνούσαν στον τρόπο επίτευξης των στόχων τους. Ταυτόχρονα ο υποψήφιος Σλ. Μιλόσεβιτς του Σερβικού Σοσιαλιστικού Κόμματος ανεβαίνει στην εξουσία. Με την άνοδό του στην εξουσία ο Μιλόσεβιτς επανέφερε πολιτικές φυσιογνωμίες που εκδιώχθηκαν επί Τίτο και προώθησε την αποτιτοποίηση. Διατηρήθηκε ο εκσερβισμός του ομοσπονδιακού στρατού που είχε ξεκινήσει από τον Τίτο και ήταν ο βασικός θεματοφύλακας του καθεστώτος.     

Από την στιγμή που ξεκίνησε ο εμφύλιος και άρχισαν οι πρώτες συγκρούσεις ο ομοσπονδιακός στρατός είχε κρίση ταυτότητας αφού πολλοί μη Σέρβοι λιποτακτούσαν. Ο ομοσπονδιακός στρατός αποτελείτο κατά 90% από αξιωματικούς που ανήκαν στη Σερβία και το Μαυροβούνιο. Αυτό έδινε μια ομοιογένεια σερβική και τον μετέτρεψε σε σερβικό στρατό. Οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν σε ολόκληρη την επικράτεια και ήταν σφοδρότατες.      Εκτός από τον αυξημένο σερβικό έλεγχο σχεδόν σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής ζωής, η χώρα οδηγήθηκε σε πόλεμο και λόγω των εθνικιστικών τάσεων που ελλόχευαν, αλλά και εξαιτίας θρησκευτικών τάσεων που υπήρχαν και αναζητούσαν την αυτόνομη ανάπτυξή τους, όπως ήταν οι μουσουλμάνοι. Υπήρχαν βέβαια και οικονομικά συμφέροντα που επιζητούσαν αυτόν τον πόλεμο καθώς αρκετές ευρωπαϊκές χώρες τέθηκαν σαν χώρες επιρροής στα νέα κράτη που ιδρύθηκαν και πραγματοποίησαν επενδύσεις. Τα νέα κράτη που προέκυψαν είναι η Σερβία και το Μαυροβούνιο που συνιστούν τη νέα Γιουγκοσλαβία, η Κροατία, η Σλοβενία, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) και η Βοσνία – Ερζεγοβίνη.                       

Η βοσνιακή κρίση

   

      Το Νοέμβριο – Δεκέμβριο του 1990 ο πληθυσμός στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη αποτελείτο από 39,2% Μουσουλμάνους, 32,2% Σέρβους και Κροάτες 18,4%. Η εξουσία διαμοιραζόταν μεταξύ των τριών αντίστοιχων κομμάτων. Οι Μουσουλμάνοι είχαν αναλάβει την Προεδρία της Δημοκρατίας, οι Σέρβοι τη Βουλή και οι Κροάτες την κυβέρνηση. Έτσι υπήρχε μια ισορροπία στην περιοχή που έδινε το περιθώριο διαπραγματεύσεων για μία καλύτερη λύση του γιουγκοσλαβικού ζητήματος. Ο Πρόεδρος της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης Αλία Ιζετμπέγκοβιτς παρουσίασε από κοινού με τον Κίρο Γκλιγκόροφ ένα κείμενο – πρόταση για τη δημιουργία μιας γιουγκοσλαβικής συνομοσπονδίας ανεξάρτητων κρατών. Το κείμενο αυτό δεν έγινε δεκτό από τους Σέρβους. Λίγο μετά την έναρξη του σερβοκροατικού πολέμου η δημοκρατία της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης ψήφισε την ανεξαρτησία της αν και οι Σέρβοι βουλευτές απείχαν. Έπειτα από διαβουλεύσεις και με την παραίνεση της ΕΟΚ αποφασίστηκε η διεξαγωγή δημοψηφίσματος ούτως ώστε να απορριφθεί ή να γίνει αποδεκτό το ψήφισμα για την ανεξαρτησία. Το δημοψήφισμα έδωσε θετικό αποτέλεσμα με ποσοστό συντριπτικό (99,4%). Όμως ο φόνος ενός Σέρβου στο Σαράγιεβο ήταν η αφορμή για να ξεκινήσει ένας αιματηρός και καταστρεπτικός πόλεμος.

     Η βοσνιακή κρίση, όπως εκδηλώθηκε σαν εμφύλια διαμάχη ήταν ένας πόλεμος που έγινε για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος ήταν η ποικιλία εθνοτήτων, η πολύμορφη εθνική υπόσταση δηλαδή, που αποτελούσε πεδίο αιματηρών και συνεχών διενέξεων. Ο δεύτερος λόγος ήταν η εξωτερική επέμβαση, η οποία προκλήθηκε από τις διάφορες πολιτικοκοινωνικές και τελικά και στρατιωτικές διαμάχες μεταξύ των εθνοτήτων.

     Οι Μουσουλμάνοι της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης λόγω πολιτιστικών κυρίως λόγων διεκδικούν την δημιουργία έθνους. Αυτή η διεκδίκηση  δεν συνέφερε την ομοσπονδιακή δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας διότι η αρχική θέση ήταν οι μειονότητες που υπήρχαν μέσα στη χώρα να μην δημιουργήσουν διασπαστικές τάσεις. Επίσης οι μουσουλμάνοι συμμάχησαν με τους Κροάτες εναντίον του «σερβικού κινδύνου» καθώς οι Σέρβοι όπως προαναφέρθηκε αποτέλεσαν δύναμη στους εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Με λίγα λόγια οι μουσουλμάνοι προσπάθησαν με τον Πρόεδρο Αλία Ιζετμπέγκοβιτς είναι πολύ πιθανό να είχαν την πρόθεση να ιδρύσουν μουσουλμανικό κράτος στα Βαλκάνια, που θεωρούνται περιοχή ανάφλεξης εξαιτίας των έντονων θρησκευτικών και εθνικιστικών τάσεων που ελλοχεύουν. Ο ισλαμικός παράγοντας παίζει σημαντικό ρόλο στην περιοχή καθώς υπάρχει και η τουρκική υποστήριξη τέτοιων τάσεων. Αλλά και η υποστήριξη των υπολοίπων ισλαμικών χωρών. Βέβαια το ερώτημα είναι αν υπήρχαν οι δυνατότητες για την ίδρυση ισλαμικού κράτους στην Βοσνία. Εξάλλου όσο ισχυρός και αν είναι ο ισλαμικός παράγοντας αφού υπάρχουν αρκετές περιοχές με μουσουλμάνους και αρκετοί αναλυτές μιλούν για «Ισλαμική περιφέρεια της Ευρώπης» τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Αυτό διότι υπάρχει άλλη μια θρησκευτική και πολιτιστική διαίρεση ανάμεσα στους ορθόδοξους και στους καθολικούς. Έτσι λοιπόν οι μουσουλμάνοι δεν παίζουν και τον σημαντικότερο ρόλο για την σταθερότητα της περιοχής.     

Τις αποσχιστικές τάσεις των μουσουλμάνων συνοδεύουν και οι αποσχιστικές τάσεις των Κροατών και των Σέρβων. Τάσεις που τους φέρνουν αντιμέτωπους και μεταξύ τους αλλά και με τους μουσουλμάνους από την πλευρά των Σέρβων, αφού οι μουσουλμάνοι συμμάχησαν με τους Κροάτες. Η εξωτερική παρέμβαση δεν έγινε μόνον από την πλευρά του ισλαμικού παράγοντα αλλά και από τους διεθνείς οργανισμούς. Οι διεθνείς οργανισμοί κλήθηκαν να παίξουν τον ρόλο του επιδιαιτητή στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, στα σημεία που ήταν αποσταθεροποιημένη, αλλά και πιο ειδικά στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Σημειώθηκε στρατιωτική παρουσία, μετά την αναγνώριση της βοσνιακής ανεξαρτησίας από την ΕΟΚ, που εστάλη από τον ΟΗΕ για διαμεσολαβητικό ρόλο. Οι χιλιάδες κυανόκρανοι που εστάλησαν στρατοπέδευσαν σε όλες τις νέες δημοκρατίες που δημιουργήθηκαν. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες που αναπτύχθηκαν από την πλευρά των ειρηνευτικών δυνάμεων του ΟΗΕ έγιναν κινήσεις που είχαν ως αποτέλεσμα σφαγές αθώων πολιτών. Οι αποτυχίες στην σωτηρία των πολιτών χρεώθηκαν στον ΟΗΕ. Η αδυναμία ουσιαστικής παρέμβασης οφειλόταν κυρίως στην έλλειψη πολιτικής βούλησης και ενότητας στις τάξεις της διεθνούς κοινότητας, ιδίως μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Τελικά η λύση ήρθε από τους Αμερικανούς. Ο Ρ. Χόλμπρουκ κατέληξε στην Συμφωνία του Dayton το Νοέμβριο του 1995. Στις διαπραγματεύσεις για την συμφωνία αυτή δεν εκπροσωπείτο ο ΟΗΕ.    

 Η Συμφωνία του Dayton για την ειρήνη στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας (απόφαση 1031 της 15ης Δεκεμβρίου του 1995) δημιουργώντας το πλαίσιο για την έναρξη δραστηριοτήτων πολλών διεθνών οργανισμών. Οι ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ (UNPROFOR) αντικαταστάθηκαν από δύναμη του ΝΑΤΟ, γνωστή ως δύναμη εφαρμογής (IFOR). Η παρουσία του ΟΗΕ περιορίστηκε στην επίβλεψη των δραστηριοτήτων των αστυνομιών των βοσνιακών πλευρών, τη βελτίωση της λειτουργίας τους καθώς και τον εκδημοκρατισμό τους και την τελική ενοποίησή τους. Τα ζητήματα εκλογών, δημοκρατικών θεσμών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανατέθηκαν στον ΟΑΣΕ και θέματα προσφύγων και ανθρωπιστικής βοήθειας στην UNHCR    

 Γενικά πάντως, έχει παρατηρηθεί ότι έχει δημιουργηθεί μια δυναμική, η οποία στηρίζεται στο τρίπτυχο της πολιτικής ισχύος: εξουσία επί της κοινής γνώμης (εθνικής ή διεθνούς), οικονομική ισχύς και στρατιωτική ισχύς. Οι δυο πρώτοι στόχοι επετεύχθησαν με τον οικονομικό αποκλεισμό της Σερβίας επειδή ξεκίνησε τον πόλεμο. Όμως πρέπει να σημειωθεί ότι κυρίως η εξωτερική επέμβαση ήταν αυτή που οδήγησε στην λύση, έστω και μερική του προβλήματος. Δηλαδή, οι Σέρβοι έχασαν μεγάλο μέρος των εδαφών που κατέλαβαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά διατήρησαν με την Συμφωνία του Dayton περισσότερα εδάφη και από αυτά που ζητούσαν πριν τον πόλεμο για να μην πάρουν τα όπλα, και πολύ περισσότερα απ’ όσα τους προσέφερε το σχέδιο Βανς – Όουεν. Συγκεκριμένα οι Σέρβοι αποτελούσαν, όπως προαναφέρθηκε το 32% του πληθυσμού της Βοσνίας και διεκδικούσαν καθεστώς προχωρημένης αυτοδιοίκησης στο 45% επί των εδαφών στις διαπραγματεύσεις πριν τον πόλεμο. Το σχέδιο των Βανς και Όουεν όριζε το 40-42%  της επικράτειας χωρίς εδαφική συνέχεια. Στο Dayton όμως κέρδισαν το 49% της συνολικής επικράτειας με εδαφική συνέχεια και με χωριστή εσωτερική δομή, διοίκηση και στρατό.

     Επιπλέον η παρουσία των νατοϊκών δυνάμεων στην περιοχή δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Σε καμιά από τις τρεις κοινότητες δεν κατάφεραν οι δυτικοί να επιβάλουν τους δικούς τους ανθρώπους, ούτε να επιτύχουν κλίμα συναδέλφωσης μεταξύ τους. Ο πόλεμος άφησε πίσω του πολλές καταστροφές, ανυπολόγιστο κόστος υλικών και ηθικών ζημιών και σημάδεψε τους ανθρώπους για αρκετό καιρό. Ουσιαστικά αυτό που επετεύχθη είναι μια «παρατετάμενη εκεχειρία» μεταξύ τριών λαών εξουθενωμένων από τον εμφύλιο, χωρίς όμως να καταφέρουν να επιβάλουν την ειρηνική συνύπαρξη και ανάμειξή τους.

     Εν κατακλείδι παρατηρείται ότι στο όλο εγχείρημα υπήρξαν δύο σημαντικές αντιφάσεις που επικουρικά συνέβαλλαν στην έναρξη του πολέμου. Πρώτον, το 1991 όταν ξεκίνησαν οι αποσχιστικές κινήσεις των γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών οι δυτικοί αναγνώρισαν τις κινήσεις αυτές με το επιχείρημα ότι «δεν είναι δυνατό να υποχρεωθούν κάποιοι λαοί να ζήσουν μαζί, όταν θέλουν να ζήσουν χώρια, δεν μπορούμε να τους το επιβάλουμε με το ζόρι». Η Συνθήκη των Παρισίων προέβλεπε ότι, μια περιοχή μπορεί να αποσχιστεί αρκεί να συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις όριζαν να μην γίνει η απόσχιση μονομερώς, να μην γίνει με χρήση βίας και να έχουν προηγηθεί συζητήσεις και συμφωνία για μια σειρά κρίσιμων θεμάτων. Στις περιπτώσεις των δημοκρατιών της Σλοβενίας και της Κροατίας δεν ελήφθησαν υπόψη τα κριτήρια της Συνθήκης. Η πρώτη αντίφαση λοιπόν ήταν η επέμβαση του ΝΑΤΟ που έγινε στα πλαίσια της διεθνούς νομιμότητας αλλά υπέρ αυτών που την παραβίαζαν. Δεύτερον, στην περίπτωση της Βοσνίας ήθελαν να κάνουν αυτό ακριβώς που αποκήρυξαν, να υποχρεώσουν κάποιους λαούς που ήθελαν να ζήσουν χωριστά να ζήσουν με το ζόρι μαζί επεμβαίνοντας στην απόσχιση που προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν οι Σερβοβόσνιοι και στο πραξικόπημα που έκαναν για τον σκοπό αυτό, ενώ στην Σλοβενία και στην Κροατία στήριξαν παρόμοια περίπτωση. Εδώ, λόγω αυτής της επιλεκτικής μεταχείρισης των μεγάλων δυνάμεων προς κάποιες από τις νέες δημοκρατίες δημιουργούνται ερωτήματα για τον ρόλο των δυνάμεων στα Βαλκάνια και για τον ρόλο των νέων δημοκρατιών. Επίσης τίθεται το ερώτημα για ποιον λόγο δεν υπήρξε παρέμβαση να παραμείνουν όλες οι δημοκρατίες ενωμένες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας και υπήρξε παρέμβαση μόνον στην περίπτωση της Βοσνίας;

   

Η κρίση του Κοσσυφοπεδίου

        

      Το Κοσσυφοπέδιο βρίσκεται εντός των ορίων της Γιουγκοσλαβίας. Είναι μια περιοχή που περιλαμβάνει Σέρβους, Αλβανούς αλλά και άλλες μειονότητες μικρότερης πληθυσμιακής δυνατότητας. Στην περιοχή αυτή υπάρχει μεγάλη παρουσία των Αλβανών, οι οποίοι πολλές φορές έχουν εκφράσει την πρόθεση να ενωθούν με την Αλβανία όπως και οι Αλβανοί των άλλων βαλκανικών περιοχών, π.χ. της Ελλάδας και να δημιουργήσουν τη Μεγάλη Αλβανία. Στην προσπάθειά τους αυτή οι Αλβανόφωνοι του Κοσσυφοπεδίου προχώρησαν σε εξεγέρσεις κατά καιρούς που ζητούσαν ανεξαρτησία.

     Το πρόβλημα του Κοσσυφοπεδίου δεν γίνεται να εξεταστεί από μια μόνο οπτική γωνία. Στοιχεία που προκαλούν την σύγκρουση είναι η εθνική του σύνθεση, ένα πραγματικά ιδιότυπο χαρακτηριστικό, υπάρχει ο ρόλος της θρησκείας που έχει σημαντικό αντίκτυπο στη δομή της κοινωνικής πλειοψηφίας, και φυσικά η οικονομική υπανάπτυξη της περιοχής σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές και η ανάγκη της ομοσπονδιακής ενίσχυσης, και τελικά η αλληλεπίδραση μεταξύ αυτής της κάποτε αυτόνομης περιοχής και του ομοσπονδιακού κράτους.    

     Τον χειμώνα του 1988-1989 έγινε εξέγερση στο Κοσσυφοπέδιο. Διαδηλώσεις, απεργίες, συγκρούσεις με την σερβική διοίκηση κατέληξαν σε περισσότερα από 135 θύματα. Το Κοσσυφοπέδιο με πληθυσμό 2 εκατ. κατοίκους από τους οποίους το 13.2% είναι Σέρβοι, έγινε πεδίο διεκδίκησης των αιτημάτων των αλβανοφώνων. Οι συγκρούσεις αυτές έχουν σαν αποτέλεσμα την άρση της αυτονομίας της περιοχής και τον έλεγχο από τις Σερβικές αρχές που ανέλαβαν τον πλήρη διοικητικό έλεγχο του Κοσσόβου.

     Τον Σεπτέμβριο του 1991 οι Κοσσοβάροι διενεργούν δημοψήφισμα και κηρύσσουν την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου. Το Βελιγράδι ανακοίνωσε ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν επηρεάζει το νομικό καθεστώς σε αυτή την περιοχή που ανήκει στην σερβική δικαιοδοσία. Τον Μάιο του 1992 οι Κοσσοβάροι εκλέγουν πρόεδρο τον Ιμπραήμ Ρουγκόβα. Η σερβική κυβέρνηση κήρυξε τις εκλογές παράνομες και μη έγκυρες και κάλεσε τους αλβανόφωνους σε διάλογο, ο οποίος απερρίφθη. Οι Κοσσοβάροι αξιώνουν άλλοτε την επαναφορά της αυτονομίας, άλλοτε την αυτοδιάθεση, την ανεξαρτησία, ακόμη και τη μετατροπή της επαρχίας σε προτεκτοράτο των Ηνωμένων Εθνών, και αρκετά συχνά απειλούν με δυναμική επέμβαση των Τιράνων.

     Το Βελιγράδι που υπέστη τριπλό εμπάργκο λόγω του πολέμου στη Βοσνία, και διεθνή απομόνωση που περιλαμβάνει και έξοδο από τον ΟΗΕ κινήθηκε με μετριοπάθεια σε προσπάθεια διαλόγου με τους Κοσσοβάρους για ενδεχόμενη επαναφορά της αυτονομίας. Η κίνηση αυτή έγινε εξαιτίας πιέσεων διεθνών και εσωτερικών. Το πρόβλημα όμως έγκειται κυρίως στα κενά που αφήνει η Συμφωνία του Dayton καθώς δεν αναφέρεται στο θέμα του Κοσσόβου δίνοντας έτσι περιθώρια αντίδρασης των σκληροπυρηνικών Αλβανοφώνων οι οποίοι δημιούργησαν τον Απελευθερωτικό Στρατό του Κοσσόβου (UCK).  Ο Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσσόβου ευθύνεται για σφαγές και αιματηρά επεισόδια Σέρβων, τα οποία πιθανώς προκλήθηκαν ως αντίποινα στις επιχειρήσεις των σερβικών δυνάμεων.

     Βέβαια έγιναν προσπάθειες για τερματισμό των επεισοδίων και  των αποσχιστικών τάσεων καθώς το Βελιγράδι δέχτηκε σαν συνομιλητή του τον Ρουγκόβα. Μεταξύ Ρουγκόβα και Μιλόσεβιτς υπογράφηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1996 συμφωνία για τον τερματισμό της αποχής των Αλβανοφώνων από τα σχολεία της επαρχίας. Επίσης με το «Μνημόνιο Αμοιβαίας Συμφωνίας» οι δύο ηγέτες αναγνώριζαν, έστω και ανεπίσημα, ο ένας την εξουσία του άλλου. Παρ’ όλα αυτά όμως οι Αλβανόφωνοι δεν φοίτησαν στα σχολεία γιατί απαιτούσαν την εισαγωγή της αλβανικής γλώσσας. Οι κανόνες του μνημονίου δεν εφαρμόστηκαν και το αποτέλεσμα ήταν βία. Διεκδικούσαν πλέον πλήρη ανεξαρτησία και ουσιαστικά τη δημιουργία κρατιδίου που θα ενωνόταν με την Αλβανία. Φυσικά η Σερβία δεν είχε σκοπό να αφήσει αυτή την περιοχή να αποκοπεί από το σερβικό κράτος και να το συρρικνώσει. Ξεκίνησαν λοιπόν πολεμικές επιχειρήσεις έναντι των Κοσσοβάρων του UCK, οι οποίοι θεωρήθηκαν από την σερβική κυβέρνηση ως τρομοκράτες. Οι πολεμικές αυτές επιχειρήσεις προκάλεσαν την επέμβαση των νατοϊκών δυνάμεων υπέρ των Αλβανοφώνων.    

 Ο Πρόεδρος Κλίντον προέβαλλε τρεις λόγους για αυτή τη νατοϊκή επέμβαση σε βάρος της Γιουγκοσλαβίας. Αρχικά, είπε πως θέλησε να επιβεβαιώσει την σοβαρότητα των σκοπών του ΝΑΤΟ (σαν να αποζητούσε το ΝΑΤΟ την αυτοεπιβεβαίωση). Ο δεύτερος λόγος ήταν η προσπάθειά του να προστατέψει τους κατοίκους της περιοχής από τις σερβικές δυνάμεις που είχαν ξεκινήσει πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Ο τελευταίος λόγος ήταν η αποτροπή της αποσταθεροποίησης, η οποία θα επροκαλείτο από τις επιχειρήσεις των σερβικών δυνάμεων σε περίπτωση που οι τελευταίες εκδιώκοντας τους αλβανόφωνους θα προκαλούσαν τη δυναμική επέμβαση της Αλβανίας για την προστασία των ομογενών της αλλά και των Σκοπίων τα οποία περιλαμβάνουν μεγάλη αλβανική μειονότητα. Αυτές οι επεμβάσεις θα οδηγούσαν σε μια αποσταθεροποίηση και έναν πόλεμο ανεξέλεγκτο που ίσως έπληγε και τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή. Οι λόγοι όμως που προέβαλλε ο Κλίντον δεν επιβεβαιώθηκαν και στην πράξη καθώς στην πορεία των βομβαρδισμών οι θέσεις που επλήγησαν ήταν αυτές των στρατιωτών του Απελευθερωτικού Στρατού από λάθη των νατοϊκών δυνάμεων καθώς και πολλοί άμαχοι. Όσο για την αποσταθεροποίηση που προσπάθησαν να αποτρέψουν, ουσιαστικά την δημιούργησαν οι βομβαρδισμοί αφού ακόμη και τα Σκόπια βρίσκονταν σε κατάσταση πολέμου αλλά αποσταθεροποίηση δημιουργήθηκε κυρίως, μετά τον πόλεμο. Αυτό διότι ενισχύθηκαν οι αλυτρωτικές τάσεις των αλβανοφώνων για ένωση με την Αλβανία και με την ελπίδα για περαιτέρω στήριξη από τους δυτικούς. Ο UCK συνέχισε να χτυπά σερβικούς στόχους ακόμη και μετά τον τερματισμό των βομβαρδισμών και ήταν έτοιμος να χτυπήσει και την FYROM μόλις και ο τελευταίος σέρβος φύγει από το Κόσσοβο.

     Η «ανθρωπιστική παρέμβαση» ουσιαστικά πήρε το μέρος ενός εκ των δύο αλυτρωτικών τάσεων χωρίς δυστυχώς να αντιπαραβάλλει στον πόλεμο μια εναλλακτική λύση που θα προσπαθούσε να συμβιβάσει και τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Το αποτέλεσμα των βομβαρδισμών θα φανεί στο μέλλον, αλλά το σίγουρο είναι ότι το Κόσσοβο θα αποτελέσει εστία ανάφλεξης και αστάθειας στην περιοχή των Βαλκανίων.

     Στις 30 Ιουλίου του 1999 συναντήθηκαν σαράντα ηγέτες στο Σαράγιεβο για να ορίσουν το Σύμφωνο Σταθερότητας. Το Σύμφωνο αυτό λίγα και ουσιαστικά τα περισσότερα έμειναν υποσχέσεις. Τα ποσά για την ανασυγκρότηση της βομβαρδισμένης περιοχής δεν επιδόθηκαν αμέσως στην Γιουγκοσλαβία διότι τέθηκε ως προϋπόθεση η παράδοση του Μιλόσεβιτς. Αντίθετα στο Κόσσοβο επιδόθηκαν τα ποσά που αντιστοιχούσαν. Αυτή η κίνηση δημιούργησε αίγλη στον Απελευθερωτικό Στρατό καθώς κέρδισε αυτό που διεκδικούσε, την ανεξαρτησία της περιοχής. Η αύξηση του γοήτρου του UCK μείωσε το γόητρο των δυτικών καθώς και της Σερβίας και αφήνει το περιθώριο μελλοντικών παρόμοιων καταστάσεων σε βάρος των Σκοπίων ή ακόμη και της Ελλάδας. Το σίγουρο πάντως είναι ότι δόθηκε πλέον ευρύ πεδίο παρεμβάσεων σε μια ευαίσθητη περιοχή της Ευρώπης στις μεγάλες δυνάμεις αλλά και στις περιφερειακές δυνάμεις για να ικανοποιήσουν τα συμφέροντά τους. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η ασάφεια των συνόρων μεταξύ Κοσσόβου-Αλβανίας και η δημιουργία ενός συνεχούς αλβανικού χώρου, η νίκη και ανεξαρτητοποίηση μιας μειονότητας μέσα στα όρια ενός εθνικού κράτους, η παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων για την προστασία των μειονοτήτων που δίνει άλλο βάρος και κύρος στον αγώνα τους για ανεξαρτησία αλλά και η προσφορά περιφερειακών δυνάμεων για προστασία των μειονοτήτων των γειτόνων (π.χ. Αλβανία για Κοσσοβάρους και αλβανόφωνους των Σκοπίων, Τουρκία για μουσουλμάνους δυτικής Θράκης) οδηγούν σε επανάληψη ιστορικών γεγονότων της περιόδου παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σε ευρύτερες ανακατατάξεις στα Βαλκάνια και θεαματικές αλλαγές συνόρων.  

                

Συγκριτική ανάλυση των δύο κρίσεων

αναφορικά με τη θέση

που τήρησε η Ελλάδα    

     Η Ελλάδα σαν χώρα βαλκανική και στην προσπάθειά της να διατηρήσει την σταθερότητα και να αναδειχθεί όσο μπορούσε σε περιφερειακή δύναμη προσπάθησε να έχει πρωτοπόρα συμμετοχή στην γιουγκοσλαβική κρίση. Προσπάθησε να παίξει σημαντικό ρόλο ώστε να αποκτήσει το γόητρο και το κύρος που χρειάζεται στο διεθνές επίπεδο. Οι προσπάθειες μεσολάβησης έγιναν και στο βοσνιακό πρόβλημα και στην κρίση του Κοσσυφοπεδίου. Θέση δεν πήρε μόνο η επίσημη ελληνική ηγεσία αλλά και οι απλοί πολίτες από ενδιαφέρον για δύο σοβαρά προβλήματα που εξελίσσονταν στη γειτονιά μας.

     Γενικά μέσα στην ιστορική εξέλιξη των σχέσεων της Ελλάδας και της Σερβίας υπάρχει μια φιλοσερβική ροπή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η φιλοσερβική αυτή ροπή αποτελεί μετά το «μακεδονικό» θέμα της διένεξης με τα Σκόπια, το δεύτερο σημαντικό θέμα λόγω του οποίου η Ελλάδα έστω και μερικώς λοξοδρόμησε από την επίσημη ευρωπαϊκή γραμμή.

     Στην πρώτη περίοδο της ευρωπαϊκής πολιτικής όταν η ΕΕ έμμενε στην θέση ότι η Γιουγκοσλαβία δεν πρέπει να διασπαστεί και πρέπει να διατηρήσει την ακεραιότητά της η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν συναντούσε κάποια άποψη διαφορετική που να την αναγκάζει να διαφοροποιηθεί από την επίσημη ευρωπαϊκή πολιτική. Διεκδικούσε βέβαια η Ελλάδα μια θέση μεσολαβητή λόγω των καλών παραδοσιακών σχέσεων με την Σερβία ανάμεσα στην τελευταία και τους αρνητές της όμως η κοινοτική πολιτική ήταν κοινή. Η κοινή πολιτική δεν έφερνε σε αντίθεση τα κίνητρα. Από την στιγμή όμως που η ΕΕ αποφάσισε να αποδεχθεί την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας η Ελλάδα άρχισε να ακροβατεί στο πλαίσιο δύο πολιτικών διαμετρικά αντίθετων μεταξύ τους και να κινηθεί συμβιβαστικά χωρίς να δυσαρεστήσει κανέναν. Δηλαδή και προς την κατεύθυνση της Σερβίας και προς την κατεύθυνση των κοινοτικών χωρών.

     Ως προς την κατεύθυνση της κοινοτικής τακτικής η Ελλάδα βρέθηκε σε δυσχερή θέση αφού απέμεινε η μόνη χώρα που εξέφραζε φιλοσερβικές απόψεις. Η θέση της ήταν πολύ δύσκολη γιατί ακόμη και εξωκοινοτικές χώρες ήταν υπέρ της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας (π.χ ΗΠΑ) καταδικάζοντας παράλληλα την Σερβία και για άλλα θέματα αλλά και για τη βοσνιακή κρίση. Στο βοσνιακό πρόβλημα η Σερβία κατηγορήθηκε ότι καθοδηγούσε και υπέθαλπε σερβικές αποσχιστκές τάσεις γι’ αυτό και της επιβλήθηκαν κυρώσεις από την Κοινότητα και από τον ΟΗΕ. Η Ελλάδα στη δύσκολη αυτή στιγμή ακολουθεί διφορούμενη πολιτική. Προτείνει την παρέμβασή της, τις καλές υπηρεσίες της για να βελτιώσει την κατάσταση επικαλούμενη πάντα τις παραδοσιακά καλές σχέσεις της με την Σερβία. Δεν πρόβαλλε όμως αντιρρήσεις στις κρίσιμες αποφάσεις που άμεσα ή έμμεσα την καταδικάζουν.

     Ως προς την κατεύθυνση της σερβικής τακτικής η Ελλάδα διατήρησε τις σχέσεις της με την Σερβία και επεδίωξε επαφές, υψηλού επιπέδου μαζί της. Την ίδια περίοδο επιδιώχθηκε δημιουργία άξονα Αθήνας – Σόφιας – Βελιγραδίου και προετοιμάστηκε τριμερής συνάντηση στην Αθήνα γι’ αυτόν τον σκοπό. Μια συνάντηση που τελικά δεν έγινε λόγω των σοβαρών αντιρρήσεων των ευρωπαϊκών κρατών και της δεύτερης αξιολόγησης του θέματος από την Βουλγαρία. Πάντως η φιλοσερβική ροπή της ελληνικής πολιτικής παραμένει ασχέτως αν απέτυχε η προσπάθεια τριμερούς άξονα συνεργασίας. Η Ελλάδα προσπάθησε να στηρίξει την Σερβία προωθώντας και τα δικά της συμφέροντα στην περιοχή. Ήλπιζε σε στήριξη της Σερβίας στο θέμα των Σκοπίων, ήλπιζε επίσης στη δημιουργία ενός άξονα όπου η Σερβία θα στήριζε τα ελληνικά συμφέροντα στις διαμάχες της Ελλάδας με την Βουλγαρία αλλά και στην δημιουργία του ορθόδοξου τόξου ανάμεσα τους ως αντίβαρο στο μουσουλμανικό τόξο που προωθούσε η Τουρκία. Η ελληνική θέση υποστήριζε ότι η συνεργασία των δύο χωρών και η ανάδειξή τους σε περιφερειακές δυνάμεις στα Βαλκάνια θα δημιουργούσε σταθερότητα και ανάπτυξη. Αν και στις 16 Δεκεμβρίου του 1991 η Ευρωπαϊκή Κοινότητα εξέφρασε κοινή γραμμή εναντίον της Σερβίας η Ελλάδα χωρίς βραχυπρόθεσμα αλλά μακροπρόθεσμα και μονομερή οφέλη συνέχισε την υποστήριξη στην Σερβία. Μια υποστήριξη που στηρίχθηκε κυρίως στην ηθική του καλού και του κακού, εντελώς έξω από το σκεπτικό των διεθνών σχέσεων, διότι ενώ η ευρωπαϊκή πολιτική είναι κοινή και κανένας δεν αντιδρά, η Ελλάδα αντιδρά δημιουργώντας την αίσθηση έλλειψης συνοχής στο εσωτερικό της Ένωσης. Με αυτόν τον τρόπο επετεύχθη η επιβράβευση της κοινής γνώμης και στην Ελλάδα μα και αλλού αλλά σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής δεν υπήρξαν θετικά αποτελέσματα και η Ελλάδα φάνηκε ως «το κακό παιδί».

     Στηριζόμενη, η Ελλάδα σ’ αυτό το κριτήριο της ηθικής προσπάθησε να παίξει μέσω διμερών επαφών με την Σερβία κυρίως αλλά και με άλλες βαλκανικές χώρες πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή. Η Σερβία δεν είναι η μόνη υπεύθυνη, σύμφωνα και με την Ελλάδα, για όλα τα πεπραγμένα στην περιοχή και άρα δεν είναι η μόνη χώρα που πρέπει να απολογηθεί.

     Η πολιτική που ασκήθηκε από την ελληνική πλευρά στη βοσνιακή κρίση ήταν κατά κάποιον τρόπο μετριοπαθής, συγκριτικά με την πολιτική που ασκήθηκε στον πόλεμο του Κοσσόβου. Στον πόλεμο του Κοσσόβου ήταν μετριοπαθής και διφορούμενη. Μετριοπαθής γιατί από τη μια πλευρά στο διπλωματικό επίπεδο έγιναν προσπάθειες μεσολάβησης και διφορούμενη γιατί ενώ γίνονταν διπλωματικές προσπάθειες παράλληλα παραχωρούνταν οι νατοϊκές βάσεις στους Αμερικανούς καθώς και ελληνικό έδαφος για τη διέλευση των στρατευμάτων τους. Πιο συγκεκριμένα η ελληνική πλευρά έκανε προτάσεις για την ειρηνική επίλυση του προβλήματος όχι μόνο δια μέσου της κυβέρνησης αλλά και δια μέσου μη κυβερνητικών οργανισμών και άλλων φορέων που ασχολήθηκαν με το πρόβλημα.

     Ένας μη κυβερνητικός οργανισμός που εξέτασε αναλυτικά την κατάσταση είναι το ΕΛΙΑΜΕΠ. Το 1996 οι προτάσεις που αναφέρθηκαν συμπερασματικά κατέληγαν σε κάποιες σταθερές που έπρεπε να διατηρηθούν. Η εδαφική ακεραιότητα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας και οι συνταγματικές ρυθμίσεις για τις περιοχές διαμάχης (Κοσσυφοπέδιο, Βοϊβοδίνα) πρέπει να είναι δεδομένες καταστάσεις όπως επίσης και το ότι η αλβανική μειονότητα αποτελεί συστατικό μέρος της Γιουγκοσλαβίας και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Επίσης η διεθνής κοινότητα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη τις δύο προηγούμενες προϋποθέσεις και να δοθούν διεθνείς εγγυήσεις για την ακεραιότητα της ΟΔΓ και για την απαγόρευση της ανεξαρτησίας και της ένωσης του με άλλη χώρα. Τέλος πρέπει να αποσυρθούν όλες οι στρατιωτικές μονάδες προς τα σύνορα και οι παραστρατιωτικές μονάδες να διαλυθούν. Μέσα στο 1996 έγινε και άλλη πρόταση από το ΕΛΙΑΜΕΠ και άλλες δύο το 1999. Ανάλογα με την εξέλιξη των γεγονότων γινόντουσαν και οι ανάλογες προτάσεις.

     Η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε αυτή τη φορά να μην κινηθεί με το κριτήριο της ηθικής όπως έπραξε στην βοσνιακή κρίση και δεν επανέλαβε τους κακούς χειρισμούς του παρελθόντος. Το σκεπτικό με το οποίο έπραξε ήταν ο σεβασμός στην πραγματοποίηση τριών αρχών. Οι αρχές αυτές αφορούν το απαραβίαστο των διεθνών συνόρων, τη δημιουργία και σταθεροποίηση των δημοκρατικών θεσμών και τη συνολική και έμπρακτη προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στην περίπτωση της Βοσνίας υπήρξε στήριξη κυρίως ηθική όπως ειπώθηκε πριν αλλά εμπράκτως δεν έγινε τίποτα. Η ελληνική πλευρά διατυμπάνιζε ότι στηρίζει τις σερβικές θέσεις δυσαρεστώντας την ΕΕ και τις ΗΠΑ που είχαν αντίθετη άποψη και το διατυμπάνιζε χωρίς να έχει τη δυνατότητα να πείσει ή να επιβάλλει την θέση της. Στην περίπτωση του Κοσσόβου η ελληνική πλευρά δεν πήρε επίσημα θέση υπέρ των Σέρβων και γι’ αυτό άλλωστε κατηγορήθηκε από την ελληνική κοινή γνώμη. Όμως συγκριτικά ίσως και να ήταν η καλύτερη για τα ελληνικά συμφέροντα τακτική αφού δεν δυσαρεστήθηκε κανένας από τους εταίρους μας στο ΝΑΤΟ ή στην ΕΕ. Η πολιτική ανθρωπισμού ασκήθηκε και πάλι χωρίς αποτέλεσμα,(τουλάχιστον ασκήθηκε) από τους πολίτες. Πολιτικά κόμματα, μη κυβερνητικές οργανώσεις, ΜΜΕ, ακόμη και αθλητές Σέρβοι που εργάζονταν στην Ελλάδα και άλλοι αθλητικοί φορείς και καλλιτέχνες συμπαραστάθηκαν όσο μπορούσαν στον σερβικό λαό που υπέφερε από τους βομβαρδισμούς με διαδηλώσεις, συναυλίες, συγκεντρώσεις και κάθε είδους διαμαρτυρίες. Η διαφορά βέβαια στην Ελλάδα της εποχής της βοσνιακής κρίσης και στην Ελλάδα της κρίσης του Κοσσόβου ήταν ότι στη βοσνιακή κρίση η Ελλάδα δεν είχε μια συγκεκριμένη στρατηγική αφού δεν είχε τύχει παρόμοιο γεγονός στο παρελθόν. Εξάλλου η Ελλάδα είχε δεχτεί ισχυρότατες πιέσεις από το ΝΑΤΟ για να παραχωρήσει έδαφος και βάσεις στις συμμαχικές δυνάμεις και τις παραχώρησε. Στην κρίση του Κοσσυφοπεδίου η Ελλάδα δεν είχε συμφέρον να επέμβει υπέρ των Σέρβων γιατί έχει και αυτή αλβανική μειονότητα αναπτυγμένη στην επικράτειά της καθώς και μουσουλμανική μειονότητα. Αν λοιπόν κάποιοι ή κάποιες δυνάμεις επιθυμούσαν αντίποινα στη χώρα μας ή μια γενικότερη αποσταθεροποίηση στην περιοχή με μικρά κράτη προτεκτοράτα θα μπορούσαν να προκαλέσουν τις μειονότητες σε αλυτρωτικές τάσεις και σε ένωση με άλλα κράτη. Στην περίπτωση του βοσνιακού η Ελλάδα είχε συμφέρον παρέμβασης αλλά και αν παρέμβαινε θα γινόταν μέσα στα πλαίσια της ΕΕ, δηλαδή με την κάλυψη των Ευρωπαίων εταίρων της. Στην κρίση του Κοσσυφοπεδίου η ΕΕ δεν είχε τη δύναμη να παρέμβει (έτσι και η Ελλάδα) και απλά προσδέθηκε στο άρμα του ΝΑΤΟ και κατ’ επέκταση των ΗΠΑ. Ουσιαστικά ήταν βοηθός των ΗΠΑ στη δεύτερη περίπτωση ενώ στην πρώτη είχε ξεκάθαρη θέση.

     Στη βοσνιακή κρίση δεν υπήρχε αλβανική μειονότητα που θιγόταν άμεσα, ενώ στην κρίση του Κοσσόβου αν η Ελλάδα παρέμβαινε στο πλευρό των Σέρβων και ουσιαστικά εναντίον των αλβανοφώνων οι Αλβανοί στην Ελλάδα θα ξεσηκώνονταν εναντίον της ελληνικής πρωτοβουλίας. Στην περίπτωση της Βοσνίας δεν υπήρξε παρόμοιο πρόβλημα.

     Γενικότερα πάντως η Ελλάδα και στις δύο κρίσεις ήθελε να επέμβει αλλά δεν μπορούσε. Καλώς ή κακώς στη βοσνιακή κρίση τήρησε μια μετριοπαθή στάση με κάποιους κακούς χειρισμούς που σαν αποτέλεσμα είχαν μόνο πιέσεις από την ΕΕ ενώ στην κρίση του Κοσσόβου τήρησε μια στάση αναμονής υπέρ των νατοϊκών δυνάμεων παραχωρώντας ό,τι διευκολύνσεις ζήτησαν οι τελευταίες. Το αντάλλαγμα πιθανόν να ήταν εμπορική και οικονομική δραστηριότητα των Ελλήνων στην ευρύτερη περιοχή και ουσιαστικά ανάδειξη της Ελλάδας τοπική δύναμη οικονομική, στρατιωτική και πολιτική. Πάντως το κέρδος ήταν η επιτυχία στο να μην διαταραχθούν οι σχέσεις με τους συμμάχους σε ΝΑΤΟ και ΕΕ.     

                                       

Advertisements

2 Σχόλια to “ΚΟΣΟΒΟ : Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ”

  1. ΚΟΣΟΒΟ : Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ « ΝΕΑ ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ ΦΕΛΛΟΥ Says:

    […] Δημοσιεύθηκε από satyrikon στο Απρίλιος 22, 2008 Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ […]

  2. shkelzen Says:

    aporo yiati i ellada d anagnorise to kosovo k giati to kosovo d enothike me tin alvania k i megales dinames afisane alvanikes edafi ekso apo tin perioxi tis pou zusane edw k tris xiliades xronia.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: