Archive for Μαΐου 2008

ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΡΙΕΣ

Μαΐου 24, 2008

ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΟΣΩΝ ΥΠΕΦΕΡΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΟΡΑΜΑ

ΜΙΑΣ ΚΑΛΛΙΤΕΡΗΣ ΖΩΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ

Copyright PAu 2-001-963
Γιώργης Χολιαστός

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΟΛΙΑΣΤΟΥ

ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΡΙΕΣ

(Τα περιστατικά και τα επί μέρους στοιχεία έχουνε παρθεί από το γράμμα της Καίτης Ζεύγου προς τον ΟΗΕ,της 8-10-1950)

Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης

Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.
Φ. Κάφκα,Τα μπλε τετράδια

Η ΓΙΑΓΙΑ Η ΜΑΜΑΛΙΝΑ

Οι αριθμοί δε φτάνουν να μετρήσω,
Το ένα μου παιδί σκοτώθηκε στην Αλβανία.
Αχ! Το “ένα” όταν πεις, τους αριθμούς τους είπες όλους
όπως όταν λέμε “ρόδι” έχουμε τα σπόρια του όλα πει.

Το άλλο το σκότωσαν οι Γερμανοί.
Καθάριζα χόρτα για το μεσημεριανό του όταν μου το ‘πανε.
Τα’ αποκαθάρισα,τα έπλυνα,τα έβρασα.
και το μονοπάτι επήρα για την άλλη γειτονιά.
Ήξερα κει εν’ άρρωστο παιδί,φίλο του γιου μου.
Του τα ;δωσα.
Τι να μετράς; Οι αριθμοί δε φτάνουν να μετρήσεις ως το δύο.

Το τρίτο μου το σκότωσε το απόσπασμα γιατί μιλούσε
για λευτεριά και για δημοκρατία.
Μ’ ένα μαντήλι πήρα λίγο από το αίμα του
κι έβαψα εν’ άσπρο κρίνο στην αυλή.Από τότε
κόκκινοι ως τα σήμερα μαθαίνω
πως βγαίνουνε οι κρίνοι στην αυλή μου.

Μου μένει ένα στερνό παιδί.
Το ψάχανε γιατί έκανε αντάρτης κι έπρεπε
γι αυτό,λέει,να πεθάνει.
Και με βασάνιζαν ενενηντάχρονη για να τους πω πού κρύβεται.

Δεν άνοιξα το στόμα μου.
Φυλακή με βάλανε ισόβια (ισόβια..
ως και τις λέξεις βασανίζουνε..)
Και είμαι σίγουρη πως όσο και να ψάξουνε
ποτέ τον γιο μου αυτόν δε θα τον βρούνε.Γιατί πονετικά
σαν μάννα που αληθινά φροντίζει για το γιο της
σπόρο στη μήτρα πάλι-μέσα μου-τον έβαλα.

ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΛΜΑ

Αν γυμνωνόμουν,οι συντρόφισσες θα βλέπανε
να ‘ναι με μαχαιριές σημαδεμένο το κορμί μου όλο.

Ζωγράφισα στον τοίχο του κελλιού μου μια γυναίκα
με ίδια σημάδια στο κορμί σαν τα δικά μου
και λέω πως καθώς εγώ,έτσι και κείνη τάχα
έχει χηρέψει από τους Ιταλούς,
οι Γερμανοί τα δυο παιδιά της έχουνε σκοτώσει,κι η ίδια
ήταν γραμμένη στο ΕΑΜ γι αυτό και τηνε πιάσανε.

Και κάποια νύχτα τη σηκώσανε στις δύο
τη δέσαν σ’ ένα ξυλοκρέββατο και λίγο λίγο
τηνε τρυπούσανε με τα μαχαίρια τους φωνάζοντας
σε κάθε νέο χτύπημα:”Λαϊκή δημοκρατία”
δυνατά.

Και χαίρομαι γιατί αυτήνε-τη ζωγραφισμένη-
να τη σκοτώσουν οι φασίστες δεν μπορούν
όπως εμένα θα σκοτώσουνε σε λίγες μέρες-γιατί
μετά ‘πο τα βασανιστήρια
με δικάσανε εις θάνατον.

ΑΜΑΛΙΑ ΓΑΛΑΤΣΗ

Το αεροπλάνο αποτελείται από ένα σύστημα πτερύγων και από μία λέμβο που ονομάζεται άτρακτος,και που είναι προσαρμοσμένη στο σύστημα πτερύγων.Στην άτρακτο μέσα υπάρχουν τα όργανα χειρισμού του αεροπλάνου,και κάτω απ’ αυτήν το σύστημα προσγειώσεως.Οι κινητήρες και οι έλικες τοποθετούνται στην πρώρα του αεροπλάνου,εκατέρωθεν αυτής,εντός των πτερύγων.

Όλα τα ξέρω για τ’ αεροπλάνα.
Μου τα ‘λεγε ο αδερφός μου.
Αεροπόρος.‘ου άρεσε αυτό
κι εγώ τον άφηνα να μου τα λέει.

Έπεσε στην Αλβανία.

Ο άλλος μου αδερφός και ο πατέρας μου κρεουργήθηκαν
από οργανώσεις παρακρατικές.
Η γιαγιά μου,η αδερφή μου και η νύφη μου,εκτελέστηκαν
από τις ίδιες οργανώσεις.
Τρεις γυναίκες,τρεις άντρες
ξεπαστρεμένοι.

Σωστό ξεκλήρισμα. ι εγώ
από στρατοδικείο δικασμένη δεκαπέντε χρόνια
γιατί δεν αποκήρυχνα ιδέες
που όλοι αυτοί για κείνες εσκοτώθηκαν.

Δυο χρόνια είμαι μέσα.Θέλω άλλα δεκατρία.

ΤΣΙΡΟΓΙΑΝΝΗ

Με πιάσανε οι χωροφύλακες γιατί κατέβασα
την αμερκάνικη σημαία απ’ το σχολείο της γειτονιάς.

Για ημέρες μ’ είχανε στη φάλαγγα.
Μετά με πιάσαν με το βούρδουλα.
“Ώσπου να κατουρήσεις αίμα!”,μου ‘λεγαν.
αι κατούρησα αίμα.

Ο άντρας μου έπεσε στο Μέτωπο.
Το σώμα του δε βρέθηκε.
Φρουρός αιώνιος έμεινε της λευτεριάς.

Εμένα με δικάσανε ισόβια.

ΑΝΝΑ ΣΤΑΜΑΤΑΤΟΥ

Και που ζω
γιατί;
Ως και τα βασανιστήρια που μου κάνουν,σκέφτομαι
ότι κι αυτά κανένα νόημα δεν έχουν,και πως τίποτα
καλό δε φέρνουν σε κανέναν.
Άστοχα.

Να! Τώρα,στις δέκα,θα ‘ρθουν να με πάρουνε.
Θα βάλουν πάλι μες στο φύλο μου ένα ρόπαλο
και θα με βιάζουν να βαδίζω έτσι.
Στις δέκα.
Ότι ο ήλιος δε θα βγει είναι πιθανότερο
παρά ότι αυτοί δε θα ‘ρθουν.

Τρία παιδιά έχασα.Δύο
μου τα πήραν τα γερμανικά αποσπάσματα.Το τρίτο
έπεσε στο Μάλι-Μάδι. Κι εγώ
πέφτω εδώ κάθε μέρα,κάθε ώρα,
όπως το χέρι που κρατάει εν’ άνθος
κομμένο από μια σπαθιά κάθε φορά
μηχανικά πέφτει.

ΜΑΡΙΑ ΜΑΥΡΟΜΑΤΙΔΟΥ

Τη μέρα που με πιάσαν τέλειωσε η ζωή μου-στη φυλακή
τα υπόλοιπα τα χρόνια μου θα ζήσω.
Όμως αγωνίστηκα’
έκανα κείνο που στο μερτικό μου έπεφτε
για να ‘ρθει η λευτεριά στον κόσμο.

Ο κυρ-Γιώργης μου ‘λεγε:”Μπορεί ποτέ
ν’ αφήσουνε στους ρώσους οι αμερκάνοι την Ελλάδα;”
Πόσο κοντά έβλεπε ο κυρ-Γιώργης..
Εγώ δεν ήξερα
ρωσίες κι αμερικές-ήξερα μόνο
πως πρέπει οι άνθρωποι να ζούνε λεύτεροι
και τώρα και μετά και πάντα. Και όχι μόνο
οι άνθρωποι της Ελλάδας ή δεν ξέρω ποιου
κράτους από τα τόσα που εφτιάξανε,μα όλοι
όλης της γης οι ανθρώποι.
ΤΓι να ‘λεγα όμως στον κυρ-Γιώργη;Αυτός-καλή του ώρα-
μόνο στον μπεζαχτά είχε το νου του.

Τη μέρα που με πιάσαν τέλειωσε η ζωή μου.
Και ειμ’ ευτυχισμένη.
Κι η φυλακή παράδεισος-γιατί τι άλλο
παρ’ η εκτέλεση του υπέρτατου καθήκοντος
κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένον;

Είχα έναν άντρα μια φορά.
Κι είχα ένα γιο.

Μια μέρα
στην ατοχή
στο μπλόκο
στην πλατεία
ένας κουκουλοφόρος ύψωσε το χέρι και τους έδειξε.

Τώρα μαζί και με τους δυο στον τόπο είμαι
που ζωντανούς δεν ξέρει ή πεθαμένους παρά μόνο
τιμή
αξιοπρέπεια
και καθήκον.

ΜΑΡΙΑ ΖΩΓΟΥ

Όταν ο Άρης βγήκε στο βουνό
ως και τις πέτρες εξεσήκωσε
και πόδι φασιστών να τις πατήσει δεν ανέχονταν.

Ο ένας μου γιος κι ο αδερφός μου ήτανε δυο λεβέντες
από τους τόσους που ακολούθησαν τον Άρη.
Χαθήκανε μαζί του,

Ενίκησε ο φασισμός.
Λοιπόν;
Οι νικημένοι όλοι πρέπει να πεθάνουν;

Μα έτσι αποφάσισε ο Βαν Φλητ. Κι οι υποταχτικοί του
πήραν τις πέτρες που τους κακοπόδιζαν
και χτίσανε μ’ αυτές τη φυλακήν ετούτη
και μέσα της τους ανυπόταχτους εβάλαν.

Μ’ αν εφοβόνταν μια γυναίκα εξηντάχρονη και με φυλάκισαν
γιατί ειν’ ανάγκη να με βασανίζουνε
χτυπώντας με παντού με κείνη τη σανίδα την καρφιά γεμάτη;

Δεν ξέρουν όμως πως από το σουρωτήρι του κορμιού μου
βγήκε ο πόνος
και το μίσος
κι η αιτία του κάθε τι.
Και πως χτυπάνε συνακόλουθα με τη σανίδα
εν’ άδειο απ’ όλα-εν’ άψυχο κορμί
που τους κουράζει μοναχά και τίποτ’ άλλο.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΟΥΣΑΝΔΡΑ

στις τρεις Ιούλη,τρία χρόνια πριν,η αστυνομία
το Μετοχικό πυρπόλησε,και ύστερα
κουμουνιστές αρχίνησε να πιάνει ότι τάχα
εκείνοι βάλαν τη φωτιά.

Στις δεκατέσσερες Ιούλη πιάσανε κι εμένα.Μαζί
τα τρία μου παιδιά,
πέντε ανήψα μου,
δύο ξαδέρφες μου και τον γαμπρό μου.

Δυο μήνες ύστερα,μονάχη απ’ όλους,ζωντανή έμεινα εγώ,

Ούτε να πονέσω δεν επρόλαβα.

Η Καίτη έκανε παράπονα στον ΟΗΕ.
Της είπα να μη βάλει μέσα τ’ όνομά μου.
Δε θέλω να καλυτερέψει τίποτα για μένα
Τα θέλω τα βασανιστήρια:απομόνωση
σε μικρά κελλιά ένα επί ένα,
ξύλο μέχρι να σπάσουνε τα κόκκαλά μου,
λιτάρισμα,
ξεγυμνώματα,
βελόνες στα νύχια μου,
βραστά αυγά στις μασχάλες.

Θέλω να χαίρωμαι γνωρίζοντας
από τι γλίτωσαν όσοι εχαθήκαν
και να βλέπουνε κι αυτοί από κει που είναι
γιατί δεν πρόλαβα
λίγο και για κείνους.να πονέσω.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΑΡΑΤΣΗ

Έβλεπε τη φωτογραφία των παιδιών μας
σκοτωμένων
κι έσκαζε στα γέλια.
Είχε τρελλαθεί από τα βασανιστήρια
της Μακρόνησος.Εγώ
κλεισμένη εδώ,δεν το ‘ξερα.
Μου το ‘παν οι συναγωνίστριες
που έρχονταν σακατεμένες από κει.

Η ιστορία μου ειν’ η ιστορία της Ελλάδας.
Τρία παιδιά εγέννησα,
λες ένα για την κάθε μας καταστροφή:Αλβανία,
Αντίσταση,
Εμφύλιος.
Κι έτσι κλεισμένη εδώ,έχω αρχίσει
και λέω πράγματα παράλογα. Και λέω τάχα
πως ειμ’ εγώ η ίδια η Ελλάδα,
ότι τα τρία παιδιά μου είναι
η Αλβανία, η Αντίσταση κι ο Εμφύλιος,
κι ότι ο άντρας μου ο τρελλός είν’ ο λαός μου.

Και πιότερο ταιριάζει στην παραλοή μου
το που ο λαός μου είναι τρελλός
γιατί αν δεν ήτανε-πέστε μου αγάπες μου-
θα τα ‘βαζε με τέσσερα θεριά ολομόναχος-
γερμανοϊταλούς κι αγγλοαμερκάνους;

ΕΛΕΝΗ ΜΠΟΥΡΜΗ

Ένα πατέρα κι έναν αδερφό θρηνώ εγώ-
αυτών μονάχα ο Τρούμαν εδογμάτισε το θάνατο.

Και ντρέπομαι να βγω μπροστά σε κείνους
που δε θρηνούν τη ρίζα και τα κλώνια μα και τ΄άνθια τους.

Γι αυτό-αχ πόνε μου-
στο δάσος μέσα της πατρίδας μια ιτέα
κλαίουσα έχω γίνει και θρηνώ σαν να τα γέννησα
όλα τα δύστυχα παιδιά
που κόπηκαν ακάρπωτα κι αμύριστα
μ’ ελληνικό μαχαίρι που το κράταγε
χέρι αμερκάνικο.

ΓΑΡΥΦΑΛΙΑ ΔΟΥΝΑ

Χωρίσανε στα δύο την ψυχή μου’γερμανοί από τη μια
και στρατοδίκες έλληνες από την άλλη.
Και πήραν τα κομμάτια της-τα δυο αδέρφια μου.

Να τους μισήσω μη μου ζητάτε.
Να τους λυπηθώ ναι.
Ούτε όταν τα καλώδια μου εφαρμόζουνε
και με περνάν με ρεύμα-ούτε τότε
κατάρες ή βρισιές δε βγαίνουν απ’ το στόμα μου-οι φωνές μου
πόνου φωνές-ανθρώπινες είναι μονάχα.

Ξέρετε
μάλιστα
φορές φορές τους λέω ευχαριστώ
γιατί όσο πιο μεγάλο το κακό που κάνουν
τόσο πιο θεριεμένα κι άγρια θα ‘ρθουν τα καλά
που τόσοι όπως εγώ για κείνα υποφέρανε:
η πανανθρώπινη ελευτεριά
η ειρήνη η παγκόσμια
η Ανθρωπιά.

ΑΝΘΟΥΛΑ ΠΑΛΗΚΑΡΙΔΟΥ

Με βιάσανε μπροστά στα δυο παιδιά μου.
Μπροστά μου εκτελέσανε τον άντρα και τον αδερφό μου.
Δυο μέρες ύστερα απ’ τις εκτελέσεις
με καταδίκασαν σε θάνατο
Είναι γιατί με λυπηθήκαν τάχα ή γιατί νομίζουνε
ότι ο θάνατος κακό θα ‘ναι για μένα κάτι;

ΜΟΣΧΩ ΞΑΝΘΟΥ

Μ’ έχουν μερόνυχτα άϋπνη και με χτυπάνε.
Δεν ξέρω πια τι πιο πολύ πονάει-
το ξύλο;η αϋπνία;

Κι ενώ με βασανίζουνε,ανοίγει η πόρτα ξαφνικά
και μπαίνει κάποιος που μ’ αρπάζει
από τα χέρια εκείνων που με δέρνουνε
με ρίχνει πάνω σ’ ένα στρώμα
και με βιάζει.
Μετά σειρά έχει άλλος..κι άλλος..

Το κορμί μου κατάμαυρο.
Το στήθος μου ρημαγμένο’η δεξιά του ρόγα
κρέμεται κομμένη.‘ο φύλο μου όχι μια
παρά πολλές πληγές αιματηρές.

Τους τελευταίους βιασμούς δεν τους θυμάμαι
γιατί αμέσως μόλις με ξαπλώσουνε
πριν απ’ αυτούς βρίσκει ευκαιρία ο ύπνος
και αυτός πρώτος με παίρνει.

ΕΙΡΗΝΗ ΛΙΑΚΑ

Την ευχαρίστηση έχω σε πόσους άντρες δώσει!
Όλοι οι χαφιέδες της Ασφάλειας
και οι σπιούνοι της Αμάγκ
περάσαν από πάνω μου,
Αν ήμουν πόρνη θα ‘χα τώρα θησαυρίσει.

Είμαι τυχερή, μου λένε; γιατ’ είναι όμορφη, αλλιώς
θα ‘χα πεθάνει τώρα.

Πως είμαι όμορφη το ξέρω-κουμουνιστικό άσχημο
τίποτα δεν υπάρχει.-όλες μας είμαστ’ όμορφες εδώ.

Τέλος,
απ’ τα πολλά τα σπέρματα που δέχτηκα ,κάποιο
δέθηκε μέσα μου και γέννησα εν’ αγόρι.
Τώρα εκείνο βρίσκεται σε κάποιο ίδρυμα
κι εγώ εδώ να με χτυπάν και να με βασανίζουνε
και να με βιάζουν όποτε τους κάνει κέφι.

ΠΕΠΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

Να κλαίει βέβαια κανείς είναι γελοίο
αφού αξία καμμία δεν κακοπαθαίνει
ούτε αφανίζεται.
Κι αξία δεν υπάρχει πια καμμία-όλες τους,
όπως κι εμάς,
αφού τις βασανίσαν πρώτα,τις εκτέλεσαν.

Μπορείς να κλάψεις για καλό κάτι που υπάρχει
και συ να το ‘χεις δεν μπορείς.Όμως
υγεία,ηθική,τιμιότητα,ανθρωπιά και λογική
πάνε πια.

Μία κανονικότητα μονάχα μένει γεγονότων
κάθε ημέρα ίδιων:ξύλο στις δέκα,
φάλαγγα το απόγεμα,και το βράδυ
κατάβρεγμα με κρύο νερό.
Και σήμερα σαν ν’ άργησαν-
Ε! Φρουροί!..

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΓΚΙΤΗ (δεκαεξάχρονη)

Περίμενα σαν Άνοιξη το γάμο μου
που όλα μου τα κλαριά μ’ άνθη θα γέμιζε.
να χύσω μες στα πέταλά τους της ψυχής μου το άρωμα
να ευωδιάσει η Πλάση.

Αντίς γι αυτό με βιάσανε.
Κι ως και οι ρίζες μου ξεράθηκαν.

ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΤΣΙΝΑΒΟΥ

Είμ’ έγκυος.
Χτες το εκατάλαβα.
Αν ζήσω ως τότε θα ‘χω ένα παιδί.

Τον καιρό που το ‘πιασα μια παρέα χίτες με γλεντούσε.
Έξω τα δέντρα λάμπανε τότε-σαν να ‘χε πάντα μόλις βρέξει-
και τα λουλούδια εφάνταζαν με ζωηρότερα
χίλιες φορές από άλλοτε τα χρώματα στο πρόσωπό τους.
Όλα έξω τότε ήταν ολοκάθαρα,
γιατί τη βρώμα όλη
στη φυλακή την είχανε μαζί τους οι βιαστές φερμένη
και την αδειάζαν μέσα μου με τα χοντρά όργανά τους.

Να ‘ταν από την τόση βρώμα να ‘βγει κάτι αγνό
όπως από την κόπρο το λουλούδι!
Να ‘ταν να βγάλω εν’ αγνό παιδί!..μα πώς
με τέτιο ένα τέρας-όποιο-για πατέρα;

Π.ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΟΥ

Όπως ο κλέφτης ένα σπίτι διαλέγει νσ διαρρήξει
και την πόρτα του με εργαλεία
ειδικά της δουλειάς του
προσπαθεί μάταια ν’ ανοίξει,γιατί εκείνη
αντιστέκεται και δυσανασχετεί
έχοντας στο νου της
αντίς τα εργαλεία ετούτα
το κλειδί που για κείνηνε φτιαγμένο είναι,και ο κλέφτης
χολωμένος και ανυπόμονος βρίσκεται
γιατί τον κεντρίζει
το πάθος ή η ανάγκη της κλοπής κι η λεία η εύκολη,επειδή
ερημικό και άδειο το σπίτι είναι,
και τέλος
με μια κλωτσιά στην κλειδαριά
την πόρτα ανοίγει,

έτσι και μένα ο βιαστής με παίδεψε
ώσπου (φόβο μην έχοντας αυτός κανένα)
απαυδισμένος,
σαν ο αδικημένος ιδιοκτήτης να ‘τανε,
με μια γροθιά
μ’ έκαμε συντρίμμια.

ΣΟΦΙΑ ΚΩΦΟΥ

“Πουτάνες!Εδώ κυβερνάει ο Γκρήνσγουολντ!”
Αυτή την κραυγή άκουγα
Δεμένη στα κάγκελλα του κρεββατιού
που πάνω του με βιάζανε-δεμένη
με ανοιχτά χέρια και πόδια σαν το γράμμα χι,
κάτι παράξενο κι αταίριαστο στο χώρο μέσα που τα γράμματα
κι ό,τι μαζί τους φέρνουνε ειν’ αποδιωγμένα.

Ο βιαστής όλη τη νύχτα δούλευε απάνω μου
σαν μανιακός ερευνητής που όλες τις εφευρέσεις του
εκείνη τη νυχτιά τις έκανε και κείνη
την ίδια τη στιγμή,συνεπαρμένος,τις εφάρμοζε.

Πώς έπιασα παιδί έτσι;
Δεν είναι άδικο να πιάνεται παιδί-που θα πει άνθρωπος-
όντας τα πόδια μόνο της γυναίκας ανοιχτά
ενώ η ψυχή της μένει πιο απ΄το κλείσιμο κλειστή;

Στα χέρια μου ως στα σήμερα
δυο χρόνι ύστερ’ από το βιασμό
φαίνονται τα σημάδια καθαρά
που τα σκοινιά γύρω τους κάνανε.

“Πουτάνες” ήμαστε οι φυλακισμένες κουμουνίστριες.Γκρήνσγουολντ
εν’ από τ’ αμερικάνικα τ’ αφεντικά.

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΡΑΠΤΙΔΟΥ

Ο κόσμος γυρίζει γύρω
σπρωγμένος απ’ τον πόθο του άντρα για γυναίκα.
Όλα τα κακά από κει ξεκινάνε.Γι αυτό οι φόνοι
γι αυτό οι υποκρισίες,
οι πόλεμοι,
το χρήμα.

Δεν κατηγορώ τους βιαστές μου λοιπόν.
Κατηγορώ κείνο που έτσι τους έπλασε-
αυτό που έπλασε και τη γυναίκα έτσι αρνητική,
έτσι ανυπόταχτη στις αντρικές ορέξεις
που η ίδια αυτή γεννάει.

Μ’ ένα λόγο τη ζωή κατηγορώ
και στρατοδίκης γίνομαι σκληρός και τη δικάζω
κι εις θάνατον επτάκις-όσοι κι οι βιαστές μου
την καταδικάζω
Κι η ίδια εγώ αυτή μου την απόφαση
στο θάνατο περνώντας θα εκτελέσω
χαρίζοντας στο χάρο το κορμί μου.Επιτέλους
άλλοι δε θα με διαλέξουνε,παρά εγώ
τον εραστή μου ελεύθερα διαλέγω.

ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΤΣΟΥΤΣΟΥΛΑ

Υπάρχει τίποτα χειρότερο απ’ το να ‘σαι σκλάβος
και ν’ αποζητάς τη λεφτεριά
και να βασανίζεσαι γι αυτό απ’ το πρωί ως το βράδυ,ώσπου
η μέρα να ‘ρθει να εκτελεστείς;
Κι υπάρχει τίποτα χειρότερο απ’ το να σου ‘χουν
όλους σκοτώσει τους δικούς
γιατί να φέρουν θέλανε την ανθρωπιά στη γη;

Κι όμως υπάρχει-ναι-κάτι χειρότερο.Είναι
να υπομένεις τη σκλαβιά
λέγοντας “ναι” όταν “όχι” πρέπει
θάβοντας έτσι μέσα σου βαθιά
την ιερή ανταρσία που βογγάει εκεί κλεισμένη-την ανταρσία
που μόνο αν ξέσπαζε θα σε λευτέρωνε.

Εγώ έκανα την ανταρσία μου. Και λεφτερώθηκα.
Εσείς;

ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ομαδικοί βιασμοί-δεκαπέντε γυναίκες
στον προθάλαμο,στρωματσάδα.
Τ‘ι άλλο να πω;
Τι άλλο να δω;
Τι να υποφέρω άλλο;
Πού αλλού να φτάσω
βγαλμένη από τα σύνορα του εαυτού μου
για να φωνάξω δυνατά και να μ’ ακούσεις;

Πατερούλη!
Άπλωσε το χέρι σου και κατά την Ελλάδα.
Και μην αγγίσεις τίποτα αν δε θες-αν δεν το επιτρέπει
το συφέρο του σοσιαλισμού.
Μόνο άπλωσε το χέρι σου και κατά την Ελλάδα-ο ίσκιος του
θα φτάσει για να διώξει τους βρυκόλακες
που μες στον ψεύτικο ύπνο τους λουσμένοι
το λαιμό μας γυμνώνουνε και μας δαγκάνουν έναν έναν.

Σε λίγο πατερούλη,αν δεν το κάνεις,
θα έχεις γειτονιά σου μιαν Ελλάδα βρυκολάκων και σιγά σιγά
Ευρώπη μία βρυκολακιασμένη-αν πατερούλη
τώρα δεν κάνεις κάτι.
Και τότε πατερούλη πάει ο σοσιλισμός-πάει να πει
πάει τ’ ανθρώπου η ευτυχία.

ΔΙΗΓΗΣΗ ΜΕΤΑΝΙΩΜΕΝΟΥ
ΒΑΣΑΝΙΣΤΗ

α. ΓΙΑ ΑΘΗΝΑ ΤΣΙΑΝΤΙΚΟΥ

Εβδομήντα χρόνων ήτανε η Αθηνά ‘σαντίκου.
Τηνε ξεγυμνώσαμε,της περάσαμε φάλαγγα
κι αρχίσαμε να τη χτυπάμε με κοτρώνες πέτρες:
“ποιος θα σηκώσει τη μεγαλύτερη”
στοιχηματίζαμε.

Την κλείσαμε στην απομόνωση έτσι ματωμένη και γυμνή,
πήγαμε απόξω το δεκαπεντάχρονο αγγόνι της
και κει το βασανίζαμε να μας ειπεί
με ποιον μαζί έγραφε συνθήματα στους τοίχους.
Ελέγαμε πως η γιαγιά του
θα το δασκάλευε να μαρτυρήσει.Μα εκείνη
μ’ αδύναμη απ’ την εξάντληση φωνή,”μη αγόρι μου”
του φώναξε,”μη μαρτυρήσεις τίποτα
και πάρεις πατριώτες στο λαιμό σου”.

Την εκτελέσαμε το ίδιο βράδυ.

β. ΓΙΑ ΚΑΣΤΑΝΙΔΟΥ

Της Καστανίδου της τρυπήσαμε τα χέρια της με πρόκες
που όταν λίγο τις εσπρώχναμε
ούρλιαζε κείνη από τον πόνο.
“Είσαι κουμουνίστρια;”
“Ναι!”
“Αποκηρύσσεις;”
“Όχι!”
Της βάλαμε μια γάτα στην κυλόττα της μέσα.
Αίμα έτρεξε στους μηρούς της.
Όταν για λίγο η γάτα ηρεμούσε,τη λογχίζαμε.
“Αποκηρύσσεις;”
“Όχι!”
Πήγα και το δεκατετράχρονο έφερα παιδί της.
Το έβαλα να γονατίσει εμπρός της και του κάρφωσα
μες στα στα μηνίγγια το μπιστόλι μου.
Όταν αυτή το είδε:
“Μη σε νιάζει παιδί μου.
Κι αν πεθάνεις δε θα καταλάβεις τίποτα.
Ενός λεπτού υπόθεση είναι.
Και σε λίγο έρχομαι κι εγώ.”
Και λιποθύμησε.

γ. ΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ

Είχε στην αγκαλιά της τον μικρό της γιο
που της τον άφησε ο άντρας της
εκτελεσμένος απ’ τους γερμανούς για σαμποτάζ.

Με το πείσμα της μας είχε φουρκίσει.

Άρπαξα το παιδί απ’ την αγκαλιά της
(ο Γιάννης κι ο Θωμάς τηνε κρατούσανε)
το ‘βαλα κάτου κι άρχισα
να το ποδοπατώ με τις αρβύλες μου.
Αίμα έτρεξε απ’ το στόμα του.
Πήρα της Κυριακής το δεξί χέρι
και της το ‘σπασα απ’ την ωμοπλάτη.
Οι άλλοι,με κλωτσιές,
της σπάσαν τη λεκάνη.

δ. ΓΙΑ ΒΙΟΛΕΤΤΑ ΤΣΑΜΟΥΤΑΛΙΔΟΥ

Εβδομηνταπεντάχρονη.
Τη φέραμε σ’ ένα κελλί των αντρικών των φυλακών.
Στο διπλανό είχαμε το γιο της που ηρωικά
είχε στο Ελ Αλαμέϊν πολεμήσει.
Ο άλλος γιος της σκοτωμένος απ’ τους γερμανούς.

Εκύτταγε αυτή απορημένη-τι δουλειά
είχε στις αντρικές τις φυλακές μία γυναίκα;

Οι δικοί μας δίπλα
αρχίσανε να βασανίζουνε το γιο της.
Φώναζε κείνος σαν μοσχάρι που το σφάζουνε.
«Τη γνωρίζεις τη φωνή αυτή γρηά πουτάνα;»
Έβγαλε τρομερή φωνή:
“Παιδί μου!..”

Της ρίξαμε λάδι καυτό στο στήθος.
Βάλαμε το χέρι της στον τοίχο.
Το καρφώσαμε ‘κεί
κι αρχίσαμε να τη χτυπάμε…

Μια τελευταία κραυγή κι ο γιος της τέλειωσε.
Γύρισε και με κύτταξε με μι άγρια χαρά:
“Τώρα δε σας μένει τίποτ’ άλλο!”

ε. ΓΙΑ ΜΑΛΑΜΑΤΗ ΓΛΥΚΑΝΤΖΗ

Η Γλυκαντζή,εξηντάχρονη,κι ο άντρας της στην ίδια ηλικία.
Τους βασανίσαμε αποβραδίς και τους πετάξαμε
σ’ ένα ολοσκότεινο κελλί.
Για λίγο στήσαμε αυτί πίσω απ’ την πόρτα.
“το Κόμμα..” ακούγαμε,”ο Σοσιαλισμός..”
“το Κόμμα..η Λευτεριά..η Δημοκρατία..”
και πάλι “το Κόμμα..”

Την άλλη μέρα,μεσημέρι,πήγαμε να τους ανοίξουμε
να συνεχίσουμε.
Ο άντρας ήτανε νεκρός και η γυναίκα του
τον κράταγε στην αγκαλιά της.

ΤΕΛΟΣ ΔΙΗΓΗΣΗΣ ΜΕΤΑΝΙΩΜΕΝΟΥ
ΒΑΣΑΝΙΣΤΗ

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΚΟΥΜΚΑ

Ήμουν αντάρτισσα με το Μάρκο.
Όταν δεν πολεμούσα έγραφα ποιήματα.
Με όλα όσα έγραψα-κι έγραψα πολλά-
τίποτα στον αγώνα δεν επρόσφερα.
Όλα μου τα ποιήματα δεν έφτιαχναν μια σφαίρα
που ένας αντάρτης ρίχνει
στο φασισμόν ενάντια.

Ποιητές!
Αφήστε το μολύβι που γράφει
και πιάστε το μολύβι που σκοτώνει.
Δωστε αλλιώτικο ένα φύσημα στη φλόγα σας-
αλλιώς να κάψει πρέπει.

Ποιητές!
Πυκνώστε τις τάξεις της παγκόσμιας επανάστασης!
Δώστε το αίμα σας για τη δικιοσύνη!
Παλέψτε για τα ιδανικά που τώρα τραγουδάτε-τη λευτεριά
το αίμα κι όχι το μαλάνι θα τη φέρει.

Σας το λέει μια αντάρτισσα
με χαμένο το ‘να μάτι της
και με τα πόδια της σακατεμένα.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗ

Το αμάρτημά μου:ήθελα δημοκρατία.
Με πιάσαν όταν πήγα για να βρω τα κόκκαλα του άντρα μου
εκεί που τον σκοτώσανε οι χίτες.

Δυο χρόνια τώρα υποφέρω απ’ τα μαρτύρια που μου κάνουνε:
ξύλο,φάλαγγα,λιτάρισμα,κάρφωμα,παλούκωμα.
Δεν άντεξα.Έκανα χαρακίρι να γλιτώσω.
Δεν τα κατάφερα.
Με πήγαν στο νοσοκομείο.”α με γυρίσανε από κει
με μισόκλειστα τα τραύματά μου
την ίδια μέρα
με λιτάρανε όρθια για εφτά ώρες
χωρίς νερό.

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΑΝΤΖΟΥ

Δεν κυττάω δεξιά κι αριστερά μου.
Δεν κυττάω πίσω μου.
υττάω μπροστά.

Έφυγα στο βουνό να μη με πιάσουνε οι Μάηδες.
Όμως με βρήκανε,με πιάσανε,
με φέραν στην πλατεία της Καστοριάς
και μ’ έβαλαν για ώρες να κρατώ στα χέρια μου
τα κομμένα του γαμπρού μου και του θείου μου κεφάλια
που λίγο πριν είχαν σκοτώσει.
Τη νύχτα μ’ έριξαν σ’ ένα θεοσκότεινο δωμάτιο
πετώντας από πίσω μου στο πάτωμα τα δυο κεφάλια..
Νυχτέρεψα μαζί τους.

Τα θυμάμαι ολ’ αυτά όπως τις παιδικές
αβέβαιες καταστάσεις και συμβάντα
που λες μπορεί και να μην έγιναν καθόλου.

Κυττάω μπροστά.
Και βλέπω γύρω μου παιδιά χαρούμενα.
Και βλέπω να ‘χουν όλ’ οι άνθρωποι μερίδιο
στην ευτυχία.
Και προσπαθώ στο νέο κόσμο μου να ξεχωρίσω
σύνορα ανάμεσα σε κράτη
και σύνορα δεν υπάρχουν.
Ανοίγω ένα λεξικό της νέας παγκόσμιας κοινωνίας και ψάχνω
στο γιώτα για να βρω “ιδιοκτησία”
αι δεν υπάρχει.
Ψάχνω για εκμετάλλευση,το ίδιο.
Βλέπω στο βήτα για βασανιστήρια,τίποτα.

Κι είμαι περήφανη που η ευτυχία θα ‘ρθει όχι απ’ αυτούς
που τώρα έξω απ’ το κελλί μου περιμένουν να με βιάσουνε
αλλ’ από με που βασανίζομαι αντίς να υποταχτώ
της δυστυχίας την αλυσίδα
με την υποταγή μου στρεώνοντας.

ΑΝΝΑ ΑΜΠΑΤΖΗ

Πενήντα χρόνων,φυματική,με οξείς ρευματισμούς.
Τη μέρα που με πιάσανε ως τ’ άλλο πρωί με βασανίζανε.
Μ’ αφήσανε λιπόθυμη μες στο κελλί μου.
Οι αρβύλες από κάτω έχουν προκαδούρα.
Ο λαιμός μου είναι πιτσιλωτός απ’ τα σημάδια της..
Την τρίτη μέρα
μου βγάλαν τα μαλλιά τραβώντας τούφα τούφα.
Τα μαλλιά,να ξέρετε,είναι καλά ριζωμένα-
δύσκολα βγαίνουνε.
Και “μουγγή” αν με φωνάζουν είναι που με μια δαγκωματιά
μου κόψανε τη γλώσσα. Ολ’ αυτά
γιατί εφώναζα συνθήματα του ΕΑΜ.

Την όγδοη μέρα έβαλαν στα νύχια μου καρφίτσες
και μου ‘βγαλαν τα δόντια με τανάλια.
Τη μέρα την εντέκατη αποφασίσαν με κλωτσιές
από τη μια ως την άλλη άκρη να με πάνε του διαδρόμου.
Αποτέλεσμα:τρία πλευρά σπασμένα.

Ύστερ’ απ’ ολ’ αυτά με ρώτησαν:”αποκηρύσσεις;”
Τους ζήτησα μολύβι για να γράψω την απάντηση.
Την έγραψα.
Μια τελευτΑία κλωτσιά μ’ έστειλε στο κελλί μου.

Δυόμισυ χρόνια τώρα έτσι.

ΟΛΓΑ ΗΛΙΑΔΟΥ

Δεμένη πίσω από αυτοκίνητο ένα που ‘τρεχε
με σέρναν.
Άλλοι τροχοί τώρα.
Ελαστικοί και γρήγοροι.Όχι αργοί,
σιδερένιοι του μεσαίωνα.

Μα όσο κι αν γρήγορα παν οι φασίστες πάνω σε τροχούς
από το σοσιαλισμό δε θα ξεφύγουν.
Θα τους πιάσει να τους δέσει στο δικό του άρμα
και το μεγάλο του όχι θα τους πει
όπως εγώ τους είπα το δικό μου όχι-τ’ όχι
της Όλγας Ηλιάδου,
της εργάτριας από την Κοκκινιά,που εκατάφερε
να υψωθεί ως το ύψος του Ανθρώπου.

ΚΑΛΑΡΗ ΧΡΥΣΗΙΔΑ

Ο πατέρας μου ήτανε στρατηγός.
Εθνικός ήρωας.Μπιζάνι,Βουλγαρία,ό,τι εκαταπιάστηκε
το ‘βγαλε πέρα νικηφόρα,
Το δεκάξη έγινε υπουργός Εθνικής Άμυνας.

Τους αρέσει να με βασανίζουν
με στεφάνι στο κεφάλι και με φάλαγγα.
Με δίκασαν δύο φορές για “αντεθνική δράση”.
Και τις δυο με καταδίκασαν σε θάνατο.
Μπορεί να μ’ εκτελέσαν και τις δυο φορές
και να μην πέθανα.Γιατί αλήθεια
το δέντρο του σοσιαλισμού που μέσα μου
πολύνθο κι όλο ζωή φουντώνει,
το χώμα ανάμεσα στις ρίζες του
να το αποχωριστεί δε γίνεται.
Αυτό το χώμα είμαι.

ΝΑΣΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Πολιομυελίτιδα πάσχω,
Με ό,τι όμως δεν έχω στο κορμί μου πεθαμένο
είμαι κουμουνίστρια.
Παράλυτα τα πόδια μου.Οι βασανιστές μου
με κουβαλάνε σέρνοντάς με απ’ τις μασχάλες
όταν η ώρα φτάνει των βασάνων μου.
Τους είναι πιο εύκολο παρά να με κλωτσάνε-
κορμί με δίχως τόνο
είναι βαρύ πολύ .

Στεφάνι,βγάλσιμο νυχιών,
κάθισμα σε πάγο,κάψιμο στήθους..
Μόνο τα πόδια μου δε βασανίζουν γιατί έτσι,
νεκρά από την αρρώστια,δε θα τους λογάριαζαν..

Όπως και η ψυχή μου δεν τους λογαριάζει.
Από περηφάνεια αυτή.

ΠΩΣ ΠΕΘΑΙΝΑΝ ΟΙ ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΡΙΕΣ

α. ΣΤΑΘΟΥΛΑ ΛΕΒΕΝΤΗ

Απ’ τα παράθυρα γύρω τριγύρω
τη βλέπανε οι άλλες οι γυναίκες,
σαν του θανάτου ο Χορός να ήσαν.
Η Πλάση όπου να ‘ναι θα ξυπνήσει.
Γεμάτος νιες χαρές και νιες λαχτάρες
ετοιμαζόταν ο ήλιος ν’ ανατείλει.
Το Χτες βαθιά χαμένο μες στη νύχτα
και γιορτινό το Σήμερα ερχόνταν.
Νυστάζοντας ακόμα οι στρατιώτες
στέκανε στην αυλή παραταγμένοι.
Της φυλακής ανοίγει η μέσα πόρτα
και βγαίνει από μέσα η Σταθούλα.
Και δυο στρατιώτες πίσω της ερχόνταν
που αμέσως πήγανε κοντά στους άλλους
τις λεπτομέρειες για να κανονίσουν
“της εκτελέσεως της κρατουμένης”.
Εστάθηκε για λίγο η Σταθούλα,
εκύτταξε τριγύρω τις γυναίκες
μες στα καγγελωτά τα παραθύρια,
κι έσυρε μια φωνή στριγγιά του Άδη
που όλες τις κόλασες μέσα της κλειούσε
και τουτουνού και όποιου άλλου Κόσμου.
Κατόπι ένα τραγούδι αρχινάει
και το χορό μονάχη ξεκινάει:
“Έχε γεια καϋμένε κόσμε..”

Πίσω της δέσανε τα χέρια,κι όρθια
τη σπρώξαν και τη στήσανε στον τοίχο.
Και πριν τα όπλα τ’ άδικο ξεχύσουν
αυτά τα λόγια η Σταθούλα λέει:
“Συντρόφισσες!Όποια πεθαίνει για το Κόμμα,πεθαίνει για τη λευτεριά. Κι όποια πεθαίνει για τη λευτεριά,ζει αιώνια. Καλήν αντάμωση συντρόφισσες.”

β. ΙΣΜΗΝΗ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ

Στολίστηκε,γλυκά,λουλούδια πήρε,
και τα πετούσε προς τα παραθύρια
“για λευτεριά” φωνάζοντας συνέχεια,
“για λευτεριά συντρόφισσες πεθαίνω”.

Την πιάσαν και τη στήσανε στον τοίχο.
Αυτή ‘χε ακόμα στο κουτί καλούδια
και τα πετούσε προς τα παραθύρια.
Και πριν του “πυρ” τη διαταγή ν’ ακούσουν
στα πόδια της ερίξαν οι στρατιώτες
ακίνητος ο στόχος τους για να ‘ναι.
Και δίνοντας,και τη γλυκειά στο στόμα
τη λέξη “λευτεριά” κρατώντας πάντα,
έφυγε από τον κόσμο μας η Ισμήνη
και στον αιώνιο κόσμο της επήγε.

γ. ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΟΛΥΓΕΝΟΥΣ

Δεκαεφτάχρον’ ήταν η Γιωργία.
Είχε γενέθλια τη μέρα κείνη.
Μαθήτρια του γυμνασίου ακόμη
κι ευώδιζε σαν λούλουδο δροσάτο.
Στη φλόγα της ζωής μια σπί.θα ήταν
και μια οπτασία ολόφεγγη,λες κιόλας
πως ήταν απ’ τα γήινα λυτρωμένη.
Κι είπε με τη βελούδινη φωνή της:
“Συντρόφισσες!
Παλέψαμε να κάνουμε τ’ όνειρό μας αλήθεια.Δεν τα καταφέραμε.Γρήγορα θα το κάνουν άλλες κι άλλοι.
Συντρόφισσες!
Μιας και θα πεθάνει κανείς μια μέρα,ας πεθάνει για το μοναδικό αγαθό-τη λευτεριά!”

Και κει απάνω,ως το ‘θελεν ωραία
έπεσε η συντρόφισσα Γιωργία.

δ. ΒΑΡΒΑΡΑ ΚΕΛΑΣΙΔΟΥ

“Αγρότισσα” οι συντρόφισσες τη λέγαν.
Γιατί αλήθεια και αγρότισσα ήταν.
Και με της γης τα λόγια όλο μιλούσε.
Κι έλεγε:” Κουμουνίστρια έχω γίνει
γιατί κι εγώ για κόνισμά μου έχω
μες στης ψυχής τα βάθη ένα δρεπάνι”.

Γελούμενη επρόβαλε στην πόρτα
Εστάθηκε στη μέση της πλατείας
και σαν σε θεάτρου να ‘τανε τον κύκλο
το χέρι άπλωσε σαν όπως σπέρνουν
κι είπε τα λόγια ετούτα ένα ένα:
“Αν δε ρίξει ο ουρανός νερό,το στάρι δε γίνεται συντρόφισσες. Κι αν εμείς δε χύσουμε το αίμα μας,κουμουνισμός δε γίνεται-ψωμί δεν έχει.Είμαι περήφανη που δίνω τη ζωή μου για το λαό μας.”

Κι αλήθεια,έσπερνε την ώρα εκείνη.

ε. ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΡΤΔΑΛΗ

Πρώτα τον αδερφό της φέραν έξω,
ράκος σωστό από τα βασανιστήρια.
Ύστερα και τη Δήμητρα εβγάλαν.

Πιστάγκωνα δεμένη.Λίγο οι δυο τους
μείνανε δίπλα δίπλα,σαν ζευγάρι
που στο ζυγό του μαρτυρίου δεμένο
οργώνει το χωράφι που εντός του
της λευτεριάς ο σπόρος θα θεριέψει.

Μ’ ένα κυρτό σπαθί,εκεί,μπροστά της,
του αδερφού της πήραν το κεφάλι.
Τ’ άσκυφτο εκείνη όρθωσε δικό της:
“Είδατε συντρόφισσες; Η ζωή είναι ένα τίποτα. Εκείνο που μετράει είναι η λευτεριά!.”
Κι όταν στο απόσπασμα μπροστά εστάθη
“Πεθαίνω για κείνο που πιστεύω”
πρόλαβε δυνατά μονάχα κι είπε.

στ. ΜΑΙΡΗ ΛΕΟΝΤΙΑΔΟΥ

Τα τελευταία λόγια της:
“Αν είναι να χορτάσει ο κόσμος ψωμί όπως δεν το χόρτασα εγώ,ας πάει και το δικό μου το κορμί.”

ζ. ΕΛΛΑ ΣΒΩΡΟΥ

Της φιλοσοφίας φοιτήτρια.
Στέγνωσε τα γυαλιά της τα σπασμένα
κι είπε με μια φωνή γεμάτη νεύρο
που ‘λεγες πώς και μέταλλο ένα τέτιο
βγαίνει απ’ αυτό το αδύνατο κορμάκι;:
“Συντρόφισσες!
Η Γλυκερία,η Νίκη κι η Θαϊς θα εκτελεστούνε χωρίς το δικαστήριο να ‘χει στοιχεία εναντίον τους.Ο βασιλικός επίτροπος είπε στη δίκη ότι “δε χρειάζονται στοιχεία,αρκεί να οσφραινώμεθα ότι είναι ένοχοι”.
Συντρόφισσες,πεθαίνω όχι για να μη σκέπτωνται έτσι οι βασιλικοί επίτροποι,κι ούτε μόνο για να μην υπάρχουν βασιλικοί επίτροποι.Πεθαίνω για να μην υπάρχουν δικαστήρια συντρόφισσες.Ας μη λυγίσει καμμιά σας στην τέτιαν ώρα της. Καλύτερα ο θάνατος με το κεφάλι ψηλά,παρά το σούρσιμο στο χώμα.”

η. ΓΙΑΓΙΑ ΒΑΪΤΣΑ

Η γιαγιά Βαϊτσα,εξηντάχρονη,
πιάστηκε γιατ’ ήταν τα παιδιά της
στο βουνό αντάρτες με τον Άρη.
Εστράφηκε στους δύο φύλακές της
και στό απόσπασμα που έτοιμο ήταν:
“Φονιάδες,όταν ήτανε να πολεμήσετε τους γερμανούς,μου καθόσαστε στην Αθήνα καλοπερνώντας.Τώρα τα βάζετε με τις γρηές ψοφίμια. Και πάλι όχι μόνοι σας μα με τις πλάτες των αφεντικών σας των αμερκανών.Α! Και να ‘μουνα είκοσι χρονώνε,σας το λέω,δε θα γλίτωνε κανείς σας από μένα.Μα και τώρα…”
Και όρμησε στο απόσπασμα.

θ. ΜΑΡΙΑ ΡΕΠΑ

Δεκατετράχρονη. Κλειστό μπουμπούκι.
“Βαμμένη” ο επίτροπος την είπε.
Τίτλος τιμής!Βαμμένη!Που σημαίνει
σε λευτεριά,σε δίκιο,πρωτοπόρα!

Όταν τη στήσανε κι αυτήν στον τοίχο
ο επικεφαλής πάει και της λέει:
“Επειδή είσαι νέα,το δικαστήριο αποφάσισε να σου χαρίσει τη ζωή,αν υπογράψεις δήλωση έστω και τώρα”.
Και η Μαρία περήφανα του λέει:
“Μη χάνεις τα λόγια σου φίλε.Προχώρα! Κάτι θα χρησιμέψει και το δικό μου αίμα στη λευτεριά.”

Όταν τη χτύπησαν οι δολοφόνοι
δεν έπεσε στο χώμα το κορμί της’
μονο τα ρούχα της σαν ανοιγμένη
από αέρα κάποιονε αμπρέλλα
σαν ροδοπέταλα πέσανε κάτω,
ενώ ζωφόρο άρωμα εκείνη
στη γη μας και στο σύμπαν διαχυνόταν.

ι. ΑΝΝΟΥΛΑ Γ ΚΕΒΡΕΚΗ

Εικοστριώ’ χρονώνε αγγελούδι.
Επήγε μια υπάλληλος γυναίκα
να τηνε φέρει από το κελλί της
για να την οδηγήσει εκεί που ήταν
νεκρό να πέσει το σεπτό της σώμα.

Στον τσιμεντένιο διάδρομο,γεμάτον
ραγίσματα και γούβες και παγίδες,
της υπαλλήλου εσκάλωσε το πόδι
και στο σκληρό τσιμέντο εκείνη πέφτει.
Βογκάει και μορφάζει από τον πόνο.
Η Αννούλα πάει κοντά της,τη σηκώνει,
και με συμπόνια αληθινή και μ’ έγνια:
“Χτυπήσατε”,της λέει,” κυρία Πόλα;”

Στο θάνατό της ύστερα επήγε

ια. ΘΟΔΩΡΑ ΔΑΒΕΤΑ

Τα τελευταία λόγια της:
“Συντρόφισσες,θα τραγουδήσω φεύγοντας ένα τραγούδι που θα τραγουδιέται όσο υπάρχουν άνθρωποι.Εμπρός! Μαζί μου!
Βροντάει ο Όλυμπος!Αστράφτει η Γκιώνα!
Μουγκρίζουν τ’ Άγραφα! Σειέται η ”τεριά!
Στ’ άρματα! Στ’ άρματα!Στον Αγώνα
για τη χιλιάκριβη τη Λευτεριά!,,”

George Holiastos

Advertisements